Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΣΥΜΒΑΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Η ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΤΟΠΗΜΑ ΤΟΥ UMBERTO ΕCO



Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας

ΤΟ ΣΥΜΒΑΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Η ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΤΟΠΗΜΑ ΤΟΥ UMBERTO ΕCO

            H δημοκρατία είχε ανέκαθεν πολλούς εχθρούς με ποικίλες μορφές και σε ποικίλους χώρους. Η έχθρα προς τη δημοκρατία χαρακτηρίζει ανθρώπους συντηρητικούς, κεντρώους, δεξιούς, αριστερούς υποστηρικτές του σύγχρονου ολιγαρχικού αντιπροσωπευτικού συστήματος, οι οποίοι τρέμουν στην ιδέα ότι μπορεί κάποτε τα σημερινά άτομα από παθητικοί ψηφοφόροι να γίνουν πολίτες, δηλαδή να λαμβάνουν αποφάσεις, να θεσπίζουν νόμους. Στους επικριτές της δημοκρατίας θα μπορούσαν να προστεθούν και αυτοί που αγνοούν την ουσία της  ή νομίζουν ότι την ξέρουν βασιζόμενοι στην ατελή γνώση τους γι΄αυτήν, στην ημιμάθειά τους. Αυτοί συνιστούν τη συντριπτική πλειονότητα, διότι δεν διδάχθηκαν ποτέ τη δημοκρατία, δεν άκουσαν ποτέ γι’ αυτήν ή δεν ενδιαφέρθηκαν να μάθουν. Νομίζουν ότι δημοκρατία είναι τα σημερινά αντιπροσωπευτικά συστήματα, οι εκλογές και τα κόμματα. Από φόβο λοιπόν μήπως συνειδητοποιήσουν οι πολλοί τη δύναμή τους και σταματήσουν να είναι υποτακτικοί στην ολιγαρχία, συστημικοί πολιτικοί και διανοούμενοι προσπαθούν πάντοτε με κάθε μέσον να απαξιώσουν τη δημοκρατία, και φυσικά την αθηναϊκή, αφού αυτή είναι η πηγή και η γενέτειρα των δημοκρατικών ιδεών και η έμπρακτη απόδειξη του ιδίου του πολιτεύματος.
            Έτσι και ο Umberto Eco σε γεροντική ηλικία (2012) αποφάσισε να ασχοληθεί με δύο εμβληματικά σύμβολα της δημοκρατίας, τον Περικλή και τον Επιτάφιο, και να τα απαξιώσει.[1] Ο τρόπος όμως που το κάνει, το ύφος και το ήθος του είναι τουλάχιστον προβληματικά και αντιδεοντολογικά. Το κείμενό του δυστυχώς είναι ατελές, πρόχειρο, επιπόλαιο και διέπεται από την γνωστή αντιδημοκρατική προκατάληψη, όπως θα φανεί στη συνέχεια.
Ο Επιτάφιος
             Κατ’ αρχάς, ο τίτλος του κειμένου του Eco («Περικλής ο λαϊκιστής») είναι ήδη προβληματικός και πάσχει από αναχρονισμό. Ο σχετικός αρχαίος όρος που χρησιμοποιούνταν ήταν «δημαγωγός», αλλά όχι με την αρνητική σημασία που έχει σήμερα. Υπήρχε ο καλός και ο κακός δημαγωγός, ανάλογα με το αν πολιτευόταν καλώς ή κακώς για τον δήμο, αν οδηγούσε καλώς ή κακώς τον δήμο. Η Ιστορία έχει κατατάξει τον Περικλή στους σημαντικότερους πολιτικούς όλων των εποχών, και θα αναφέρω λίγα στοιχεία γι αυτόν στη δεύτερη ενότητα πιο κάτω. Nα σημειωθεί πάντως πως «δημαγωγοί» δεν υπάρχουν στις ολιγαρχίες και στις αριστοκρατίες ούτε στις μοναρχίες και στις τυραννίδες, διότι απλούστατα σε αυτές δεν υπάρχει αληθινός δημόσιος χώρος, δεν υπάρχει λόγος, ελευθερία του λόγου και δήμος πολιτών. Σε αυτές υπάρχουν ο μονάρχης, οι αριστοκράτες, οι ολίγοι που εξουσιάζουν, νομοθετούν και κυβερνούν, ενώ οι πολλοί υπακούουν χωρίς φωνή, χωρίς αντίλογο.
            - Όσον αφορά τον Επιτάφιο, ο Eco γράφει πως είναι ένα παράδειγμα «δόλιας συμπεριφοράς» εκ μέρους του Περικλή για να κάνει «πολιτική προπαγάνδα» και «λαϊκισμό». Όμως ο Αθηναίος πολιτικός είναι σαφής, δεν κάνει καμία πολιτική ή «κομματική» προπαγάνδα, αλλά εκθέτει τις αρχές και τις αξίες της δημοκρατίας, για τις οποίες έχασαν τη ζωή τους οι Αθηναίοι πολίτες, οι προκείμενοι νεκροί. Γι αυτό άλλωστε έχει μεγάλη αξία ο λόγος του, διότι δεν αναλίσκεται σε συνηθισμένες ρητορείες και τετριμμένες αισθηματολογίες, αλλά επικεντρώνεται στις αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος και στον αντίστοιχο τρόπο του βίου.  Από την άλλη, ο Περικλής είναι ο καταλληλότερος για να εκθέσει τις αρχές και τις αξίες της δημοκρατίας στο ευρύ πλήθος που παρευρίσκεται στην ταφή. Δηλαδή ο Eco θα ήταν ευχαριστημένος εάν δεν υπήρχε αυτό το σύντομο αριστούργημα πολιτικού λόγου, το οποίο έχουν αποτιμήσει και εκτιμήσει πλήθος ξένων ερευνητών, ιστορικών, φιλολόγων και φιλοσόφων. Κρίμα που ο Ιταλός σημειολόγος δεν άφησε οδηγίες για το πώς θα έπρεπε να ήταν ο Επιτάφιος.
            - Ο Eco αναφέρει ένα σημείο του Επιταφίου, το οποίο παραθέτω στη μετάφραση του Α. Βλάχου και όχι στη δική του που είναι παραποιημένη: «Με συχνές θυσίες και αγώνες φροντίσαμε να μετριάζουμε τους κόπους της εργασίας και να ξεκουράζουμε το πνεύμα μας. Έχουμε ευχάριστη ιδιωτική ζωή ο καθένας μας και η απόλαυσή της αποδιώχνει την στενοχώρια» (2,38). Αυτό ο Eco το θεωρεί ένδειξη «καταναλωτισμού» και «λαϊκισμού» τύπου Μπερλουσκόνι. Αλλά στον Επιτάφιο δεν υπάρχει καμιά νύξη ή υπαινιγμός για αυτά που νομίζει ο Eco, αφού δεν υπήρχαν ούτε στον τρόπο του βίου του Περικλή και των Αθηναίων. Νομίζω ότι εδώ ο Eco, εκτός του αναχρονισμού, παρεκτρέπεται και συμπεραίνει αυθαιρετώντας. Άλλωστε στο ζήτημα αυτό ο ίδιος ο Περικλής απαντά στον Eco: «φιλοκαλούμεν τε γαρ μετ’ ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας».
            - Ένα άλλο χωρίο του Επιταφίου χάνει επίσης το νόημά του στην απόδοσή του από τον Eco, γι αυτό παραθέτω πάλι τη μετάφραση του Α. Βλάχου: «Και στη διάθεσή μας απέναντι στους ξένους διαφέρουμε από τους πολλούς, γιατί αποκτούμε φίλους ευεργετώντας τους και όχι περιμένοντας από αυτούς κάποιο καλό. Η φιλία του ευεργέτη είναι πιο σταθερή, γιατί προσπαθεί να διατηρήσει τον δεσμό του με τον άλλο, ενώ εκείνος που χρωστάει χάρη είναι λιγότερο πρόθυμος, θεωρώντας τήν ευγνωμοσύνη του σαν χρέος  και όχι σαν αίσθημα. Μόνο εμείς δίνουμε απλόχερα τις ευεργεσίες μας, όχι από συμφεροντολογικούς υπολογισμούς, αλλά από ελεύθερο φρόνημα» (2,40).
            Ο Eco θεωρεί ότι σε αυτό το χωρίο εκράζεται μια «μαφιόζικη αρχή»!  Αλλά σε τέτοιες ακρότητες περιπίπτει αυτός που δεν ξέρει την αρχαία Αθήνα καλά, δεν έχει προστρέξει σε αναλύσεις πιο ειδικών ή δεν έχει ελέγξει τις μεταφράσεις που χρησιμοποιεί. Θα καταλάβαινε τότε πως ο Περικλής εννοούσε μία συνηθισμένη πρακτική των Αθηναίων να συνδράμουν ανιδιοτελώς (και επί πλέον με δικούς τους σοβαρούς κινδύνους) όσους ασθενέστερους κινδύνευαν από ισχυρότερους. Έτσι σώζουν τους Ηρακλείδες από τον Ευρυσθέα, υποχρεώνουν τους Θηβαίους να δώσουν για ταφή τα πτώματα των σκοτωμένων στρατηγών του Άργους και πιο πρόσφατα, βοηθούν τις ιωνικές πόλεις που επαναστάτησαν εναντίον του Δαρείου και τους Σπαρτιάτες κατά τον Γ΄ Μεσσηνιακό πόλεμο.
            - Ο Eco αναφέρεται σε ένα άλλο σημείο του Επιταφίου χρησιμοποιώντας και τη λέξη «άγιος». Αυτό είναι λάθος διότι πουθενά στον Επιτάφιο δεν υπάρχει τέτοια λέξη, ούτε οι Αθηναίοι και οι αρχαίοι Έλληνες είχαν «αγίους», αυτά είναι χριστιανικές κατασκευές.
            - Παραφράζει επίσης ο Eco με ανεπίτρεπτο τρόπο ακόμα και το τέλος του Επιταφίου, όταν ο Περικλής λέει «τώρα, αφού ο καθένας κλάψει τον δικό του, ας πηγαίνετε». Τι το πιο φυσιολογικό σε τέτοια περίπτωση; Και όμως ο Eco παραποιεί αυτά τα λόγια του Περικλή ως εξής «αδειάστε μας τη γωνία και μην μας πρήζετε με τα κλαψουρίσματά σας»! Νομίζω ότι περιττεύει κάθε σχόλιο για τον λαϊκισμό και την κακοπιστία του Eco (malafede, για να χρησιμοποιήσω έναν όρο δικό του).    
            - Ένα άλλο σημείο «λαϊκισμού» (ή δολιότητας) θεωρεί ο Eco το γεγονός ότι ο Περικλής στον Επιτάφιο «δεν αναφέρει ότι εκείνη την εποχή στην Αθήνα ήταν, μαζί με τους 150.000 κατοίκους και 100.000 δούλοι». Κατ’ αρχάς, οι κάτοικοι της Αθήνα την εποχή αυτή δεν ήταν 150.000, αλλά περίπου 278.000, όπως παραδίδουν αρκετοί έγκυροι ιστορικοί. Έτσι ο συνολικός πληθυσμός ήταν περίπου 378.000 μαζί με τους μετοίκους και τους δούλους.[2] Δεύτερον, στην Αθήνα δεν  υπήρχαν Αθηναίοι δούλοι, όπως λανθασμένα γράφει ο Eco – γενικώς οι Ελληνες δεν έκαναν Έλληνες δούλους. Τρίτον, ο Περικλής δεν αναφέρει και άλλα πράγματα, όπως τη θέση των γυναικών, την κλήρωση κ.ά., όμως αυτά δεν ήταν κρυφά, αλλά γνωστά τοις πάσι.
            Η αλήθεια είναι ότι την ύπαρξη δουλείας την ήξεραν όλοι οι παριστάμενοι ακροατές του Επιταφίου, δεν ήταν απόκρυφο μυστικό. Στον Επιτάφιο ο Περικλής δεν κάνει κοινωνιολογική και οικονομική ανάλυση της Αθήνας, αλλά απλώς τιμά τους νεκρούς του πολέμου και αναφέρει τα πολιτικά και πολιτισμικά πλαίσια της πόλεως για την οποία πολέμησαν οι θανόντες. Σε μισή ώρα ή τρία τέταρτα, στις ιδιάζουσες συνθήκες λύπης, πόνου και πένθους για την απώλεια των προσφιλών προσώπων, σε προφορικό λόγο και ενώπιον ενός ετερόκλητου πλήθους από όλες τις κοινωνικές τάξεις της Αθήνας, από ξένους  και γυναίκες δεν μπορεί να γίνει τέτοια ανάλυση που υπονοεί ο Eco. Τι άραγε θα μπορούσε να πει ο Περικλής στον Επιτάφιο; Ότι οι Αθηναίοι είχαν δούλους τους οποίους εκμεταλλεύονταν, ενώ οι ίδιοι οι κύριοί τους πήγαιναν στον πόλεμο και έχαναν τη ζωή τους, ή κινδύνευαν να γίνουν δούλοι σε περίπτωση ήττας, πράγμα που συνήθως γινόταν;
            Την άποψη αυτή πάντως ο Eco αντλεί από τη Nicole Loraux, την οποία δεν αναφέρει. Θα έμπαινε κανείς στον πειρασμό να κάνει λόγο για δολιότητα εκ μέρους του (malafede). Όμως η ουσία εν προκειμένω είναι αλλού. Το χιλιοειπωμένο δήθεν επιχείρημα για τη δουλεία («η δημοκρατία των δούλων»), παρατίθεται από τον Eco για να απαξιώσει έτι περαιτέρω τη δημοκρατία. Όμως πρόκειται για αναχρονισμό και δηλώνει τόσο την άγνοια των συνθηκών της εποχής του 5ου π.Χ. αιώνα όσο και την ένδεια των επιχειρημάτων που χαρακτηρίζει τους επικριτές της δημοκρατίας. Να σημειωθεί πως η δουλεία καταργήθηκε τον 19ο αιώνα, δηλαδή το ανθρώπινο φαντασιακό ήταν εγκλωβισμένο σε αυτή τη φαντασιακή σημασία επί πολλούς αιώνες. Άρα το ζήτημα δεν είναι τόσο εύκολο και τόσο προφανές όσο το παρουσιάζει με περισσή επιπολαιότητα ο Eco.  Η Jacqueline de Romilly έκανε μία πολύ σωστή παρατήρηση επί του θέματος γράφοντας πως το να κατηγορούμε τους Αθηναίους και τους άλλους Έλληνες διότι δεν κατήργησαν τη δουλεία είναι σαν να τους κατηγορούμε γιατί δεν ανακάλυψαν το αεροπλάνο.
            Δεν θα επεκταθώ επί του θέματος, διότι ετοιμάζω ένα αναλυτικό κείμενο για το ζήτημα της δουλείας. Θα αναφέρω μόνο ένα στοιχείο, που συνδέεται ακριβώς με το ανθρώπινο φαντασιακό περί δουλείας και τα όρια της ανθρώπινης σκέψης και ελευθερίας. Εάν υπάρχει κάτι πιο απαίσιο και πιο αισχρό από τη δουλεία, αυτό είναι η υπεράσπιση και η δικαιολόγηση της δουλείας. Και εδώ εμπίπτει η περίπτωση των δύο μεγάλων φιλοσόφων, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, οι οποίοι είναι οι μόνοι που προσπάθησαν να δικαιολογήσουν θεωρητικώς τη δουλεία, πιστεύοντας ότι αυτή οφείλεται στη φύση. Δηλαδή ούτε οι μεγάλοι φιλόσοφοι συνέλαβαν την κατάργηση της δουλείας και επί πλέον τη δικαιολόγησαν φιλοσοφικώς. Αυτή η απαράδεκτη για εμάς στάση τους σημαίνει μήπως ότι δεν είναι μεγάλοι φιλόσοφοι και ότι θα πρέπει να διαγραφεί το όνομά τους από τη λίστα των φιλοσόφων και από την Ιστορία της φιλοσοφίας; 
            - Γράφει επίσης ο Eco ότι ο Περικλής «ξεχνά» να αναφέρει στην επικήδεια ομιλία του ότι υπήρχαν στην Αθήνα μέτοικοι και κάποιοι Αθηναίοι που δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα, με σκοπό να «εξιδανικεύσει» την Αθήνα. Η ίδια απάντηση που ανέφερα προηγουμένως για τους δούλους υπάρχει και εδώ. Όμως αυτό που ξενίζει είναι ότι ο Eco θεωρεί το ζήτημα λυμένο και αποσιωπά με τη σειρά του ότι το ίδιο ζήτημα υφίσταται και στην Ιταλία και στα άλλα σημερινά ευρωπαϊκά κράτη, στα οποία υπάρχουν οι χιλιάδες μετανάστες με άδεια παραμονής, αλλά χωρίς πολιτικά δικαιώματα. Για να μη μιλήσουμε για αυτούς που είναι χωρίς άδεια παραμονής και βρίσκονται ουσιαστικά σε οιονεί καθεστώς δουλείας. Στο ίδιο ακριβώς καθεστώς βρίσκονται και χιλιάδες γυναίκες από τις ανατολικές χώρες, τις οποίες εκμεταλλεύονται τα κυκλώματα εμπορίας γυναικείας σαρκός.
            - Η αλήθεια είναι ότι ο Περικλής σε συνθήκες  έντονης οδύνης και βαθειάς θλίψης πρέπει να παρηγορήσει και κυρίως να εμψυχώσει τους πολίτες, πράγμα που νομίζω καταφέρνει κατά μοναδικό τρόπο. Χωρίς την εμψύχωση, την απάλειψη του φόβου και της απογοήτευσης δεν προχωρούν οι κοινωνίες και δεν κερδίζονται πόλεμοι. Ο Επιτάφιος δεν είναι ένας επικήδειος σε μία σημερινή κηδεία ούτε μία αγόρευση ρουτίνας σε ένα μισοάδειο σύγχρονο κοινοβούλιο ούτε θεολογική έκθεση αιρετικών δογμάτων. Αναφέρεται κυρίως σε ζητήματα πολιτικού βίου και πολιτισμού και στο συνταρακτικό αμετάκλητο γεγονός του θανάτου – όλοι έχουν ενώπιόν τους τους πρώτους νεκρούς του πολέμου! Μάλιστα ο Επιτάφιος εκφωνείται μόνο από τον Περικλή. αυτόν επέλεξε ο δήμος («ηρημένος υπό της πόλεως»), δεν υπάρχει αντίλογος ή δευτερολογία. Επομένως η σύντομη ομιλία πρέπει να είναι ουσιώδης, περιεκτική και μετρημένη, όπως και είναι. Δεν μπορεί στην προκειμένη περίπτωση ο Περικλής να είναι «δημαγωγός», διότι δεν αγορεύει στην Εκκλησία ή στη Βουλή για να κολακεύσει τον δήμο, να κερδίσει την εύνοιά του και να τον ψηφίσει. Ούτε άλλωστε στις άλλες δημηγορίες του που υπάρχουν στον Θουκυδίδη διαφαίνονται ίχνη «δημαγωγίας». Αντιθέτως αυτό που διέπει τους λόγους του στην Εκκλησία του δήμου είναι ορθολογισμός, πραγματισμός, επιχειρηματολογία για να πείσει, και όχι συναισθηματισμοί και ρητορικά σχήματα, ιδεώδη και γενικές αρχές για να αποπροσανατολίσει, να πειθαναγκάσει ή να παρασύρει. Δεν διστάζει, όχι μόνο αυτός αλλά και άλλοι ρήτορες, να κατηγορήσει τους πολίτες και να τους πει λόγια που δεν θέλουν να ακούσουν και δεν τους κολακεύουν. Πρόκειται για την έκφραση της βασικής δημοκρατικής αρχής της παρρησίας.                     
            Δεν θέλει ο Περικλής να εξιδανικεύσει ούτε μπορεί να το κάνει, διότι απέναντί του δεν έχει ένα παθητικό και άμαθο ακροατήριο όπως τα σημερινά, αλλά ως επί το πλείστον πολίτες οι οποίοι μπορούν να κρίνουν αυτά που λέει. Εν πάση περιπτώσει ο Επιτάφιος δεν είναι ένα κείμενο που θέλει να εξιδανικεύσει την αθηναϊκή δημοκρατία, απλώς παραθέτει τρόπους πολιτικής, πολιτισμικής και κοινωνικής συμπεριφοράς των Αθηναίων. Επισημαίνει την αποτελεσματικότητα των θεσμών και την δημιουργική επιτέλεση έργων. Αυτά καθώς και οι βασικές αρχές και αξίες του δημοκρατικού πολιτεύματος, στις οποίες αναφέρεται ο Περικλής, είναι οι ίδιες με αυτές που αναφέρονται και από άλλους, όχι απαραιτήτως δημοκράτες, αλλά ουδέτερους ή ακόμη και κριτικούς της δημοκρατίας, όπως οι Κορίνθιοι στη δημηγορία τους, ο Ισοκράτης, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Λυσίας, ο Δημοσθένης, ο Λυκούργος. Ακόμα και στην τραγωδία επισημαίνεται η δημιουργικότητα των Αθηναίων.[3] Σύμφωνα με τη λογική και την ορολογία του Eco θα έπρεπε όλοι αυτοί να χαρακτηρισθούν «λαϊκιστές», «καθάρματα», «γιοι πουτάνας» ή «μαφιόζοι». Έτσι όμως απορρίπτεται πλήρως η αρχαιοελληνική γραμματεία!
            Πάντως ο ίδιος ο Περικλής μέσα από τον Επιτάφιο απαντά κατά κάποιο τρόπο  στον Eco. Πράγματι,  ο αθηναίος πολιτικός λέει: «ότι αυτά που λέω δεν είναι ρητορικός κομπασμός, αλλά η πραγματική αλήθεια, το δείχνει η δύναμη της πολιτείας που, μόνη από όλες τις άλλες πόλεις, είναι ανώτερη από τη φήμη της στην ώρα της δοκιμασίας...» (2, 41). Αλλά και ο Θουκυδίδης, τον οποίο φαίνεται ότι ο Eco είτε δεν έχει διαβάσει καλά είτε αποφεύγει να τον χρησιμοποιεί, είναι σαφής όταν γράφει ότι ο Περικλής «ήταν σε θέση να συγκρατεί τον δήμο χωρίς να περιορίζει την ελευθερία του. Δεν παρασυρόταν από τον δήμο, αλλά εκείνος τον καθοδηγούσε. Δεν προσπαθούσε να αποκτήσει επιρροή με παράνομα μέσα και δεν κολάκευε το πλήθος με ρητορείες, και είχε τόσο μεγάλο κύρος, ώστε μπορούσε να τού εναντιωθεί και να προκαλέσει την οργή του». Και συνεχίζει ο αθηναίος ιστορικός πως ο Περικλής «όταν καταλάβαινε ότι οι συμπολίτες του, από υπεροψία, γινόνταν υπερβολικά τολμηροί, ενώ δεν το επιτρέπαν οι περιστάσεις, τους συγκρατούσε φοβίζοντάς τους με τα λόγια του και όταν τους έβλεπε φοβισμένους χωρίς λόγο τους έδινε θάρρος»  (2, 65).   
            - Γράφει επίσης ο Eco ότι ο Περικλής με το να δώσει τη δυνατότητα εισόδου των φτωχών στο θέατρο καθιέρωσε κάτι σαν «θεάματα», υποτίθεται για να διασκεδάζουν και να εκτονώνονται. Κατ’ αρχάς δεν ήταν ο Περικλής που εισήγαγε το μέτρο αυτό, αλλά θεσπίσθηκε αργότερα, μετά τον θάνατό του και ήταν ένα πολύ ορθό μέτρο. Διότι η τραγωδία και η κωμωδία δεν ήταν σαν τα θεάματα στις ρωμαϊκές αρένες και στον βυζαντινό Ιππόδρομο όπου ο όχλος διασκέδαζε και εκτονωνόταν. Ήταν ψυχαγωγία με την ουσιαστική πρωταρχική σημασία του όρου, δηλαδή αγωγή της ψυχής, αγωγή του ατόμου σε κάτι βαθύτερο και ανώτερο. Ήταν πολιτικός θεσμός υπό την αιγίδα της πόλεως και με κριτικές επιτροπές του δήμου, ήταν το σχολείο, και κατά κάποιον τρόπο ο «καθρέπτης» της δημοκρατίας. Η τραγωδία ήταν δημιουργία των πολιτών και απαιτεί πολίτες, για αυτό υπήρξε μόνο στην Αθήνα και όχι στις άλλες ελληνικές πόλεις. Ο Καστοριάδης τονίζει ότι είναι λάθος να μιλάμε για ελληνική τραγωδία, διότι η τραγωδία ήταν αποκλειστική αθηναϊκή δημιουργία: «Η ιδιοφυΐα του Αισχύλου και του Σοφοκλή είναι αδιαχώριστη από την ιδιοφυΐα του αθηναϊκού δήμου». Η κωμωδία επίσης είναι η ελεύθερη σάτιρα και η ανελέητη κριτική θεσμών, προσώπων, συμπεριφορών, ένας άλλος καθρέπτης του δημοσίου βίου, που μόνο στην Αθήνα ήταν εφικτή.
            Η τραγωδία και η κωμωδία ήταν αδιανόητες στις ολιγαρχίες, στις αριστοκρατίες, στις μοναρχίες, στην ρωμαϊκή ολιγαρχία και στη βυζαντινή χριστιανική μοναρχία. Το δημοκρατικό θέατρο δεν είχε καμία σχέση με τα φθηνά και βάρβαρα θεάματα που προσφέρονταν στον ρωμαϊκό και στον βυζαντινό όχλο. Την εκπληκτική ποιότητα διαπιστώνουμε και σήμερα στις λίγες τραγωδίες και κωμωδίες που σώθηκαν και παίζονται διαρκώς σε όλον τον κόσμο, μελετώνται, γράφονται βιβλία και γίνονται συνέδρια γι αυτές, επηρεάζουν και εμπνέουν ακόμα. Ο Eco συγχέει εποχές και αξίες, συγχέει το ρωμαϊκό και βυζαντινό  «άρτον και θεάματα» με την αθηναϊκή τραγωδία και το δημοκρατικό θέατρο.   
            - Ο Eco συγκρίνει, έστω πλαγίως, δύο ποιότητες εντελώς διαφορετικές, τον Περικλή με τον Μπερλουσκόνι, την αθηναϊκή δημοκρατία με την κατάντια της σύγχρονης Ιταλικής ολιγαρχίας. και μόνο αυτό το γεγονός θα αρκούσε για να χαρακτηρισθεί το κείμενό του εκτός θέματος. Επί πλέον το ύφος του είναι απαράδεκτο αφού αρέσκεται σε φράσεις του τύπου: «ο Περικλής ήταν κάθαρμα»  (και στα Ιταλικά Pericle era un figlio di puttana, ο Περικλής ήταν γυιος πουτάνας). Χαρακτήρισε άραγε ποτέ ο Eco δημοσίως τον Μπερλουσκόνι, τον δήμαρχο του Μιλάνου ή της Μπολώνια «γυιο πουτάνας»; Γράφει δε αβασάνιστα και αφοριστικά ότι «η αθηναϊκή δημοκρατία δεν ήταν τίποτα άλλο παρά λαϊκισμός»! Γι αυτό, όπως είπα και στην αρχή, το κείμενό του είναι ατελές και επιπόλαιο. Διερωτώμαι αν υπήρξαν αρνητικές αντιδράσεις στην Ιταλία ή αλλού γι αυτή τη μίζερη και κακόβουλη κριτική του Eco.
           
            Από τα παραπάνω φάνηκαν οι ανακρίβειες και οι παρερμηνείες του Eco και ότι δεν ισχύουν αυτά που λέει για τον Περικλή ότι «λαϊκίζει» και «εξιδανικεύει». Φυσικά προ(σ)καλώ όσους πιστεύουν τις ασύστατες επικρίσεις τον Eco να παραθέσουν με επιχειρήματα σε ποια συγκεκριμένα σημεία ο Επιτάφιος «λαϊκίζει» ή «εξιδανικεύει», όπως προσπαθεί ματαίως τόσα χρόνια τώρα να μας πείσει η ολιγαρχική και αντιδημοκρατική προπαγάνδα με παραποιήσεις, παρερμηνείες και γενικολογίες. Το σίγουρο είναι ότι ο Επιτάφιος του Περικλή δυσφημίζεται από τον Eco, και παραποιείται τα μέγιστα, αλλά είναι επίσης σίγουρο ότι αυτό το κείμενο θα μείνει και στους επόμενους είκοσι πέντε αιώνες ενώ το απαράδεκτο κείμενο του Eco θα ξεχασθεί και δεν θα αναφέρεται θετικά παρά μόνο από όσους δεν ξέρουν και από τους αντιδημοκράτες πάσης φύσεως. Εκτός πια και αν ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, που όντως διέρχεται κρίση και δοκιμασία, έχει εισέλθει σε περίοδο αποσύνθεσης και οδηγείται σε ένα νέο μεσαίωνα. 
            Φαίνεται ότι η ύπαρξη του εκπληκτικού κειμένου του Επιταφίου, την αξία του οποίου ανακάλυψαν ευρωπαίοι μελετητές πολύ πριν από τους Έλληνες, και το οποίο για τον Κορνήλιο Καστοριάδη είναι το «αποκορύφωμα  της δημοκρατικής και πολιτικής σκέψης», ενοχλεί πολλούς. Που σημαίνει ότι θα ήθελαν αν ήταν δυνατόν, όπως υπαινίσσεται ο Eco, να μην διδάσκεται στα σχολεία ή να διδάσκεται μαζί με τις παραποιήσεις του Eco! Ήδη εν Ελλάδι σταμάτησε να διδάσκεται το 2015 επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς κάποια αξιόλογη αντίδραση! Φυσικά στην συντριπτική πλειονότητα των Νεοελλήνων που διδάχθηκαν τον Επιτάφιο στο ελληνικό σχολείο είναι άγνωστες οι αξίες της δημοκρατίας, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα, και δεν είναι αποχρών λόγος για την κατάργηση της διδασκαλίας του Επιταφίου. 

Ο Περικλής
            Όσον αφορά τώρα το ιστορικό πρόσωπο του Περικλή ως πολιτικού,  ο Eco στηρίζεται μόνο στον Πλούταρχο. Όμως αυτός έζησε πέντε αιώνες μετά τον Περικλή και είναι γνωστό ότι από τους ειδικούς δεν θεωρείται αξιόπιστη ιστορική πηγή, διότι το έργο του είναι ουσιαστικά συρραφή πληροφοριών και στηρίζεται σε πηγές που δεν έχει διασταυρώσει, σε κουτσομπολιά και φήμες. Ο Βοιωτός συγγραφέας ήταν άλλωστε άρχοντας και ιερέας του Μαντείου, συντηρητικός ολιγαρχικός, υποστηρικτής της καθεστηκυίας τάξεως, πράγμα που συνεπάγεται ότι δεν ξέρει τι σημαίνει δημοκρατία και δεν θέλει να την καταλάβει. Γι αυτόν είναι κάτι τόσο μακρινό και ξένο.
            Εν γένει η συμβολή του Περικλή στη δύναμη της αθηναϊκής πολιτείας, στο ηθικό και πολιτισμικό μεγαλείο της, στη θεσμική και δικαιική εξέλιξή της θεωρείται από το σύνολο σχεδόν των ερευνητών σημαντική, έτσι που ο 5ος αιώνας να χαρακτηρίζεται δικαίως «χρυσούς αιών» του Περικλή. Πράγματι, τέτοια άνθηση του ανθρώπινου πολιτισμού σε όλους τους τομείς δεν έχει υπάρξει άλλη αντίστοιχη στην Ιστορία, με εκπληκτικό σύμβολο τον Παρθενώνα και τα άλλα αριστουργήματα στην Ακρόπολη. Στον κύκλο του Περικλή εκτός από τον Φειδία και τον Ικτίνο ανήκαν επίσης ο Ηρόδοτος, ο Πρωταγόρας, ο Αναξαγόρας. Ο Περικλής απέκτησε την ηγεμονική του θέση στην πολιτική σκηνή της Αθήνας λόγω της πνευματικής του προσωπικότητας, των πολιτικών του ικανοτήτων και της αποδεδειγμένης μέριμνάς του για το κοινό αγαθό, για το συμφέρον της συλλογικότητας και όχι κάποιας παράταξης ή μερίδας. Ενδιαφέρθηκε, όχι για τα συμφέροντα κάποιας τάξης είτε της κατώτερης, της θητικής, είτε της ανώτερης στην οποία και ο ίδιος ανήκε κοινωνικά και οικονομικά, αλλά πρωτίστως για τη δημοκρατία, τη διεύρυνσή της και την εδραίωσή της.
            Το ιδεώδες του Περικλή ήταν να μπορεί ο αθηναϊκός δήμος να ασκεί ελεύθερα την εξουσία του, μέσα σε σαφώς προσδιορισμένα πλαίσια, ζώντας με αξιοπρέπεια. Καθιέρωσε τον ημερήσιο μισθό για τους άρχοντες, τους 500 βουλευτές και τους 6.000 δικαστές, ίσο με το ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργάτη. Έτσι είχαν τη δυνατότητα οι πιο πτωχοί πολίτες, που αποτελούσαν και την πλειονότητα των Αθηναίων, να απουσιάζουν από την εργασία τους για να ασκούν το αξίωμα στο οποίο είχαν κληρωθεί. Την εποχή του Περικλή και με τη συμβολή του διαμορφώθηκε ο κανονισμός της Εκκλησίας του δήμου, ο οποίος όριζε αυστηρώς την περιοδικότητα των συνεδριάσεων, την ημερήσια διάταξη, τον τρόπο εισαγωγής των νομοσχεδίων, τη διαδικασία της συζήτησης και της ψήφισής τους. Αντίστοιχα διαμορφώθηκε ο κανονισμός της Βουλής των Πεντακοσίων, όσον αφορά τις αρμοδιότητές της σε σχέση με την Εκκλησία του δήμου, καθώς και τις διαδικασίες για τον εξονυχιστικό έλεγχο όσων ασκούσαν δημόσιο αξίωμα. Επί πλέον θεσπίσθηκε το δικαίωμα να κληρώνονται στη θέση των εννέα αρχόντων και από την τρίτη τάξη των ζευγιτών.[4]
             Από την άλλη, ο Περικλής δεν είχε κανένα σχέδιο να υποτάξει τον τότε ελληνικό κόσμο ως άλλος Αλέξανδρος, Ναπολέων και Χίτλερ. Δεν έχει παραδοθεί κάτι σχετικό ούτε από τον Θουκυδίδη ούτε από τον Ξενοφώντα ούτε από άλλη πηγή. Αλλά και πάλι εάν είχε κάτι παρόμοιο, θα έπρεπε να πείσει τους Αθηναίους πολίτες. Αυτό που ενδιέφερε κυρίως τον Περικλή στα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν η διατήρηση της αθηναϊκής δύναμης, όπως φαίνεται στην τελευταία του δημηγορία στην Εκκλησία το δεύτερο έτος του πολέμου. Σε αυτήν μιλώντας την ωμή γλώσσα της πραγματικότητας και όχι της κολακείας λέει στους Αθηναίους: «δεν είναι πια καιρός να παραιτηθήτε από την ηγεμονία σας αυτή (...) Την ηγεμονία που έχετε την ασκείτε πια σαν τυραννίδα, που η απόκτησή της θεωρείται άδικη, αλλά η παραίτηση από αυτήν θα ήταν επικίνδυνη» (2, 63).
            Πιο αξιόπιστες πηγές για την κατανόηση της προσωπικότητας και του ρόλου του Περικλή είναι κατ’ αρχάς ο μεγάλος ιστορικός Θουκυδίδης και ο μεγάλος φιλόσοφος Αριστοτέλης, οι οποίοι είναι πιο κοντά στην εποχή, και στους οποίους όμως ουδόλως ανατρέχει ο Eco. Αν αυτό δεν γίνεται σκόπιμα, πρόκειται για μέγα λάθος, ασυγχώρητο ακόμη και σε δευτεροετή φοιτητή της Ιστορίας. Ο Θουκυδίδης έχει ζήσει στον εκπληκτικό αιώνα του Περικλή, σίγουρα έχει συναντήσει τον ίδιο τον πολιτικό, τον έχει ακούσει στην Εκκλησία του δήμου και μπορεί από πρώτο χέρι να μιλήσει γι’ αυτόν. Άλλωστε ο ιστορικός δεν είναι των ιδίων πολιτικών αντιλήψεων με τον πολιτικό.
            Ο μεν Θουκυδίδης κάνοντας τον θετικό απολογισμό για το έργο του Περικλή γράφει «Όσο χρόνο ήταν ο πρώτος πολίτης σε καιρό ειρήνης, είχε δείξει μεγάλη σωφροσύνη και είχε διαφυλάξει την ασφάλεια της πολιτείας, η οποία υπό την ηγεσία του είχε γίνει πολύ ισχυρή. Οταν ήλθε ο πόλεμος, αυτός πάλι φάνηκε ότι είχε εκτιμήσει ορθά την δύναμη της Αθήνα (...) Υποστήριζε ότι οι Αθηναίοι θα νικούσαν αν δεν έβγαιναν να δώσουν μάχη, αν φρόντιζαν το ναυτικό τους, αν δεν επιδίωκαν να επεκτείνουν την εξουσία τους όσο διαρκούσε ο πόλεμος και αν δεν εξέθεταν την πολιτεία σε κίνδυνο. Οι Αθηναίοι, όμως, έκαναν τα ακριβώς αντίθετα» (2,65).     
            Για να εκφράσει δε τη δύναμη της προσωπικότητας και την αξία του Περικλή, ο αθηναίος ιστορικός χρησιμοποιεί την περίφημη φράση: «εγίγνετό τε λόγω μεν δημοκρατία, έργω δε υπό του πρώτου ανδρός αρχή» (2,65). Η φράση αυτή δεν σημαίνει ότι ο Περικλής κυβερνούσε απολυταρχικώς ως μονάρχης ή δικτάτορας, όπως ανοήτως έχει γραφεί από κάποιους άσχετους. Εκφράζει την ισχυρή επίδραση του Περικλή στο πολιτικό σώμα με τη δύναμη του χαρακτήρα του, με τις ορθές αποφάσεις του, με το έργο που δημιούργησε, με την ισχυρή και δυναμική προσωπικότητά του και με την ορθολογική επιχειρηματολογία του. Ο Περικλής ενήργησε πάντοτε μέσα στα πλαίσια που όριζε το δημοκρατικό πολίτευμα, δεν σφετερίσθηκε ούτε καταχράσθηκε εξουσία, ενώ οι αθηναίοι πολίτες δεν του παραχώρησαν κάποια ιδιαίτερα προνόμια  για το αξίωμά του ή για το πρόσωπό του. Δεν είχε κάποια ιδιαίτερη εξουσία αλλά είχε κύρος με το οποίο επιβαλλόταν χωρίς βία και αστυνομία. Και το κύρος του δεν το χρησιμοποίησε για απόλυτη, προσωποπαγή και ανεξέλεγκτη εξουσία. Όπως το λέει πάλι ο Θουκυδίδης «...ο Περικλής είχε μεγάλο κύρος και μεγάλες ικανότητες, και αποδείχθηκε εμφανέστατα ανώτερος χρημάτων» (2,65).
            Ο Αριστοτέλης από την πλευρά του, έναν αιώνα μετά, όταν προσπαθεί να ορίσει τον πολιτικό που έχει φρόνησιν δίνει ως παράδειγμα τον Περικλή. Να σημειωθεί πως η φρόνησις είναι η σπουδαιότερη πολιτική ικανότητα (αρετή) για τον Αριστοτέλη, την οποία πρέπει να διαθέτει ο πολιτικός προκειμένου να κυβερνήσει καλώς, διότι με αυτήν διακρίνει τι είναι τα αγαθά τόσο για τον εαυτό του όσο και για την πολιτεία.[5] Επί πλέον ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τον κατέχοντα την φρόνησιν ως κριτήριο για να ορίσει γενικώς την αρετή, που είναι βασική και δεσπόζουσα έννοια της ηθικής και πολιτικής του φιλοσοφίας.[6] Το να παρουσιάζει λοιπόν ο Αριστοτέλης, που είναι κριτικός απέναντι στη δημοκρατία, τον Περικλή ως τον κατ’ εξοχήν πολιτικό που κατέχει την σπουδαιότερη κατά τον ίδιο τον φιλόσοφο πολιτική αρετή, την φρόνησιν, έχει ιδιαίτερη σημασία.
            Πράγματι, στην περίπτωση του Περικλή και του σπουδαίου έργου του μπορεί να γίνει λόγος για ευτυχή συγκυρία, κατά την οποία δύο πρωτογενή στοιχεία συνυπήρξαν «αρμονικά» και δημιουργικά στους κόλπους της δημοκρατίας: από τη μία ο ικανός και δυναμικός πολιτικός, και από την άλλη οι πολίτες που αναγνωρίζουν και αναδεικνύουν την αξία του πολιτικού αυτού. Η πολιτική ικανότητα του Περικλή είναι αδιαχώριστη από την πολιτική ικανότητα του αθηναϊκού δήμου. Εύλογα λοιπόν μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος τι θα ήταν η αθηναϊκή δημοκρατία  χωρίς τον Περικλή, και τι θα ήταν η ανθρώπινη ιστορία χωρίς την αθηναϊκή δημοκρατία.
            Η τελευταία δεν είναι ένα απλό ιστορικό γεγονός ανάμεσα σε άλλα. Είναι το κατ’ εξοχήν πολιτικό γεγονός, το συμβάν. Υπήρξε από τις πιο σημαντικές ανθρώπινες δημιουργίες, η οποία έδωσε βασικές σημασίες που ενέπνευσαν και επηρέασαν τους μεταγενέστερους, και με τις οποίες προχώρησε η ανθρωπότητα (Ρώμη, Αναγέννηση, Διαφωτισμός, Νεωτερικότητα). Αποτελεί το βασικό στοιχείο για το οποίο είναι γνωστός ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός. Είναι αυτό που ο Καστοριάδης έχει χαρακτηρίσει ως germe grec, ελληνικό σπόρο ή πηγή. Εάν αφαιρέσουμε από τον πολιτικό και πολιτισμικό χάρτη το δημοκρατικό κίνημα και την αθηναϊκή δημοκρατία, δεν απομένουν παρά ωχρές ολιγαρχίες, αριστοκρατίες, μοναρχίες και τυραννίδες, δηλαδή ένας κόσμος άδειος, χωρίς ελευθερία, ισότητα, ισηγορία και παρρησία, χωρίς πολίτες και δημοκρατία, δίχως λόγο, φιλοσοφία, ποίηση, ρητορική, θέατρο, ιστοριογραφία και επιστήμη. Με βάση όλα αυτά δημιουργήθηκε ο ελληνοδυτικός πολιτισμός, ενώ η κρίση την οποία αυτός διέρχεται σήμερα οφείλεται εν πολλοίς και στην παραμέληση των σημασιών αυτών.   
 
Η αθηναϊκή δημοκρατία
            Επειδή όμως η αθηναϊκή δημοκρατία είναι ουσιαστικά ένα άγνωστο και παρεξηγημένο πολίτευμα, χρειάζονται κάποιες σύντομες διευκρινίσεις για  τον τρόπο λειτουργίας του, για τον τρόπο λήψεως των αποφάσεων και για τη νομοθετική διαδικασία. Εντός αυτού του πολιτεύματος που βρισκόταν σε συνεχή εξέλιξη, σε διαρκή ρητή αυτοθέσμιση, διαμορφώθηκε ο Περικλής, και στη διαμόρφωσή του συνετέλεσε εν πολλοίς και ο ίδιος με τις προτάσεις του στην Εκκλησία του δήμου που ψηφίσθηκαν και έγιναν νόμοι και θεσμοί. Για να κατανοηθεί όμως ο εντελώς ιδιαίτερος αθηναϊκός δημοκρατικός τρόπος του πολιτεύεσθαι χρειάζεται να αποτοξινωθούμε από τις βλαβερές αντιλήψεις, από τις ανθυγιεινές έννοιες και τις αντιδημοκρατικές πρακτικές με τις οποίες έχουμε εμβολιασθεί και τραφεί στα προβληματικά εκπαιδευτικά ιδρύματα και στις ολιγαρχικές κοινωνίες μας. Απαιτείται, δηλαδή, απεγκλωβισμός από όλα τα στερεότυπα και κλισέ που μας έχουν διαμορφώσει και καθορίζουν τον τρόπο που προσεγγίζουμε άλλους κόσμους για να τους κατανοήσουμε.    
            «Και όνομα μεν δια το μη ες ολίγους αλλ’ ες πλείονας οικείν δημοκρατία κέκληται». Στην αθηναϊκή δημοκρατία ουσιαστικά ο πολιτικός κυρίαρχος είναι ο δήμος, όλοι οι ενήλικοι ελεύθεροι άνδρες άνω των 18 ετών, οι οποίοι σε τακτές και σε έκτακτες συνελεύσεις  στην Εκκλησία του δήμου αποφασίζουν για όλα τα σημαντικά θέματα, νομοθετούν, εκλέγουν και κληρώνουν τους άρχοντες και τους δικαστές. Αυτή είναι ή έμπρακτη σημασία της ελευθερίας και της ισότητας. Πρόκειται για αυτό που σήμερα λέμε καταχρηστικά «άμεση δημοκρατία». Για να έχουν οι συνελεύσεις απαρτία και να είναι νόμιμες, απαιτείται ένας ελάχιστος αριθμός πολιτών που ήταν 6.000. Φυσικά όπως είναι εύλογο μπορεί να ήταν και περισσότεροι, 10.000-15.000, όπως πιθανόν συνέβαινε σε σημαντικές και κρίσιμες αποφάσεις.
            Από τη στιγμή που ο κήρυκας ρωτήσει «Τις αγορεύειν βούλεται;», έκαστος πολίτης μπορεί να πάρει τον λόγο ελεύθερα να πεί την γνώμη του, να επιχειρηματολογήσει και να προτείνει το δέον γενέσθαι (ισηγορία). Έκαστος μιλάει για λογαριασμό του, με ευθύνη δική του, και εκφράζει μόνο τον εαυτό του, δεν μιλάει εξ ονόματος κάποιου άλλου. Στο τέλος ο δήμος, μετά από διαβούλευση, ψήφιζε τις προτάσεις και η πλειοψηφούσα αποτελούσε την απόφαση ή τον νόμο της πόλεως. Είναι εμφανές λοιπόν ότι οι αποφάσεις λαμβάνονταν συλλογικώς μετά από διαβούλευση, δεν λαμβάνονταν από τον οποιονδήποτε ρήτορα, πολιτικό ή άρχοντα κατά μόνας. Στην αρχαία Αθήνα δεν υπήρχε κυβέρνηση με τη σημερινή έννοια, δηλαδή πρωθυπουργός ή πρόεδρος και υπουργοί, οι οποίοι αποφάσιζαν και κυβερνούσαν αυτοβούλως. Η κυβερνητική εξουσία ανήκε στην Εκκλησία του δήμου. 
            Ο Περικλής λοιπόν δεν είχε σχηματίσει κάποια «κυβέρνηση» με πρωθυπουργό τον ίδιο, όπως θα νόμιζε ο Eco. Ουδεμία απόφαση έλαβε μόνος του, εκτελούσε ως αιρετός στρατηγός τις αποφάσεις της Εκκλησίας  και στο τέλος της ετήσιας θητείας του έδινε απολογισμό των πράξεών του, λόγο και λογαριασμό (λόγον διδόναι) ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής της κληρωτής βουλής (εύθυνα). Εάν υπήρχε κάποιο πρόβλημα, τότε η υπόθεση παραπέμπονταν στο δικαστήριο και σε περίπτωση καταδίκης ο ένοχος υφίστατο βαρύτατες κυρώσεις: στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων ή εξορία, μεγάλο πρόστιμο ή δήμευση περιουσίας, ακόμη και θάνατο. Αυτό γινόταν κάθε έτος για όλους τους αιρετούς και κληρωτούς άρχοντες. Είναι εμφανές επίσης πως η ευθύνη ήταν ατομική. Ο Περικλής δηλαδή όχι μόνο δεν είχε εξουσία να λάβει αποφάσεις και να θεσπίσει νόμους, αλλά όταν εκλεγόταν στρατηγός δεν ήταν ανεξέλεγκτος και ανεύθυνος. Έτσι μία χρονιά δεν τον εξέλεξαν στρατηγό, ενώ  υποχρεώθηκε να πληρώσει και χρηματικό πρόστιμο.
            Είναι εμφανές ότι το δημοκρατικό πολίτευμα ουδεμία σχέση έχει με το σημερινό αντιπροσωπευτικό, το οποίο αν και αποκαλείται δημοκρατία εν τούτοις είναι μια καθαρή ολιγαρχία. Είναι λογικό άλλωστε σε ένα τέτοιο δημοκρατικό σύστημα να μην υπάρχει ουδεμία θεσμική κατοχύρωση για αντιπροσώπευση και κατά συνέπεια για κόμματα, διότι έκαστος ασκεί εξουσία αυτοπροσώπως και άμεσα, θεσμικά και αξιακά («τον τε μηδέν τώνδε μετέχοντα ουκ απράγμονα αλλ’ αχρείον νομίζομεν»). Το «κόμμα» είναι έννοια, σημασία και πρακτική ταυτόσημη με την αντιπροσώπευση από τον 17ο-18ο αιώνα και έγινε θεσμός από τον 19ο αιώνα. Στην αρχαία Αθήνα υπήρχαν ομάδες, παρέες, μερίδες, στρώματα ή τάξεις - όχι κόμματα. Δεν υπήρξαν ποτέ κόμματα ως θεσμικά όργανα εξουσίας, όπως σήμερα - η δημοκρατία ήταν αντίθετη με την αντιπροσώπευση, άρα και με τους εκφραστές της τα κόμματα. Ο Περικλής και οι 700 άρχοντες, κληρωτοί και αιρετοί, καθως και οι 500 κληρωτοί βουλευτές της Αθήνας δεν ήταν αντιπρόσωποι, αλλά εκτελεστικά όργανα που εκτελούσαν τις αποφάσεις και τους νόμους του δήμου. Γενικώς η έννοια της αντιπροσώπευσης ήταν εντελώς ξένη στους αρχαίους Έλληνες. Γι’ αυτό είναι λάθος να χρησιμοποιείται ο όρος «κόμμα», έστω και σε εισαγωγικά, προκειμένου να περιγραφεί η πολιτική κατάσταση στην Αθήνα του 5ου και του 4ου αιώνα π.Χ.
            Φυσικά στο κοινωνικό και πολιτικό σώμα υπήρχαν οι μερίδες των ολιγαρχικών και των δημοκρατικών, καθώς επίσης κοινωνικές, οικονομικές, πολιτισμικές ανισότητες, και οπωσδήποτε τα διάφορα κοινωνικά στρώματα θα προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν αποφάσεις προς το συμφέρον τους. Τα τέσσερα κοινωνικά στρώματα ή τάξεις που υπήρχαν στην αθηναϊκή κοινωνία ασφαλώς είχαν διαφορετικά συμφέροντα, τα οποία εκφράζονταν στον πολιτικό χώρο με ποικίλους ανταγωνιστικούς τρόπους.  Σε γενικές γραμμές όμως δεν υπερνικούσαν τα στενά προσωπικά ή ταξικά συμφέροντα, αλλά το κοινό αγαθό, το κοινό συμφέρον. Διαφορετικά θα είχε καταρρεύσει προ πολλού η δημοκρατική πολιτεία, η οποία διήρκεσε περίπου δύο αιώνες (508 π.Χ.-322 π.Χ.) παρά τις μεγάλες αντιξοότητες και τις μεγάλες δυσκολίες: τη δολοφονία του δημοκρατικού Εφιάλτη από τους ολιγαρχικούς, τον μακροχρόνιο πόλεμο, την καταστρεπτική επιδημία, την πανωλεθρία στη Σικελία, την ήττα στον πόλεμο, τις δύο ολιγαρχικές εκτροπές, τη συνεχή υπονόμευση από τους εσωτερικούς εχθρούς της. Μπορεί να γίνει λόγος για πολιτικές μερίδες που προσπαθούσαν να επικρατήσουν, όπως άλλωστε είναι αναμενόμενο, αλλά ο πολιτικός βίος σπανίως έγινε βορά συντεχνιακών ή ταξικών συμφερόντων. Σε αυτό ακριβώς το ζήτημα επέμενε η ολιγαρχική προπαγάνδα με σκοπό να απαξιώσει τη δημοκρατία και φαίνεται άσκησε ισχυρή επιρροή στους μεταγενέστερους, διότι είχε εκπροσώπους τον Σωκράτη, τον Ξενοφώντα και τον Πλάτωνα, οι οποίοι μισούσαν τη δημοκρατία, και έκαναν τα πάντα με την πολεμική και τις διαστρεβλώσεις τους να τη συκοφαντήσουν και να την απαξιώσουν.  
            Υπήρχαν επίσης  κατά καιρούς και διάφορες άλλες μερίδες στο πολιτικό σώμα, όπως φιλολακωνική, φιλομακεδονική (φιλιππίζοντες), φιλοπερσική μερίδα, που αντιστρατεύονταν τη συνοχή της πολιτείας. Από την άλλη υπήρχαν οι ολιγαρχικής επινόησης μυστικές «εταιρείες» οι οποίες συνωμοτούσαν εναντίον του πολιτεύματος και απεργάζονταν την ανατροπή του. Το κατάφεραν δύο φορές εκμεταλλευόμενες τις αρνητικές συγκυρίες, μία το 411 π.Χ. (ολιγαρχικό πραξικόπημα των Τετρακοσίων) και την άλλη το 404 π.Χ. (τυραννίς των Τριάκοντα με πολλές δολοφονίες δημοκρατικών).  Ευτυχώς και οι δύο είχαν σύντομη επικράτηση ολίγων μηνών, αφού ο δήμος κινήθηκε εναντίον τους και τις ανέτρεψε, επαναφέροντας το δημοκρατικό πολίτευμα.
            - Όσον αφορά την κατανόηση των αιτίων του πελοποννησιακού πολέμου νομίζω ότι χρειάζονται γνώσεις σε ποικίλες περιοχές. Εκτός από τις στρατιωτικές και τις γνώσεις στρατηγικής, τακτικής, χρειάζεται επίσης γνώση της ευρύτερης κατάστασης της εποχής - δεν είναι εύκολη και απλή υπόθεση. Έχουν γραφεί πολλές μελέτες, αρκετά βιβλία και άρθρα πάνω στο θέμα από διαφορετικούς χώρους, μαρξιστές, βεμπεριανούς και άλλους, όπως  λ.χ. από τον μαρξιστή G.E.M. de Sainte Croix, The Origins of the Peloponnesian War. Η βάση όλων αυτών είναι ο Θουκυδίδης, ο οποίος παρουσιάζει τον πόλεμο ως αναπόφευκτο εκ μέρους των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους που συγκροτούσαν την ολιγαρχική συμμαχία, διότι ανησυχούσαν πολύ για την δύναμη και την αίγλη των Αθηναίων. Οι παράλογες απαιτήσεις τους που ήθελαν να επιβάλουν στους Αθηναίους για να μην εκστρατεύσουν εναντίον τους ήταν δύσκολο να γίνουν αποδεκτές από τους τελευταίους.
             Πράγματι οι Λακεδαιμόνιοι ζήτησαν κατ’ αρχάς από τους Αθηναίους να εξαγνίσουν το κυλώνειο άγος, στο οποίο ενέχονταν και το γένος των Αλκμεωνιδών, δηλαδή το γένος του Περικλή. Αυτό εσήμαινε πως έπρεπε οι Αθηναίοι να εξορίσουν τον Περικλή! Εν συνεχεία, οι Λακεδαιμόνιοι ζήτησαν να αποσύρουν οι Αθηναίοι το Μεγαρικό ψήφισμα, με το οποίο αποκλείονταν οι Μεγαρείς από τα λιμάνια της Αθηναϊκής συμπολιτείας και από την αγορά της Αττικής. Απαιτούσαν επίσης να λύσουν οι Αθηναίοι την πολιορκία της Ποτίδαιας και να αποδώσουν στην Αίγινα της ανεξαρτησία της. Οι Αθηναίοι απαντούσαν ότι έπρεπε να παραπέμψουν τις διενέξεις που υπήρχαν ανάμεσα στα δύο μέρη σε διαιτησία, πράγμα που δεν δέχονταν οι Λακεδαιμόνιοι. Η τελευταία απαίτηση των Λακεδαιμονίων ήταν τελεσιγραφική: «Οι Λακεδαιμόνιοι επιθυμούν την ειρήνη και μπορεί να διατηρηθεί αν αποδώσετε στους Έλληνες την ελευθερία τους» (1,139). Οι απαιτήσεις δηλαδή των Λακεδαιμονίων ήταν προσχηματικές και επιδίωκαν τον πόλεμο. Αναγκαστικά ο Περικλής και οι Αθηναίοι αφού εξάντλησαν όλες τις δυνατότητες ειρηνικών συζητήσεων και ειρηνικής διαιτησίας  σύρθηκαν στον πόλεμο που δεν ήθελαν.
            Μπορεί κάποιοι να διαφωνούν με τον Θουκυδίδη, να τον συμπληρώνουν ή να τον επεκτείνουν, αλλά δεν ισχυρίζονται ότι «ο Θουκυδίδης ψεύδεται», όπως μπορεί να το κάνουν κάποιοι επίγονοι του Eco, βιαστικά και επιπόλαια. Χρειάζεται κάποια μετριοφροσύνη και μετριοπάθεια, δεν είμαστε εμείς οι μεγάλοι ιστορικοί που ξέρουμε την αλήθεια μετά από είκοσι πέντες αιώνες για να διορθώσουμε τον «ψευδόμενο» Θουκυδίδη, με μία ή δύο φράσεις. Οι απλουστεύσεις και οι σχηματοποιήσεις αγνοούν και αφαιρούν την πολυπλοκότητα των κρισίμων ιστορικών καταστάσεων. Ο Θουκυδίδης βίωνε την κατάσταση άμεσα και επώδυνα, εξόριστος ων από την πόλιν του, ενώ ταυτοχρόνως συνέλεγε υπομονετικά τα αντικειμενικά στοιχεία για τη συγγραφή του.        
            Τα ζητήματα αυτά χρειάζονται αίσθημα ευθύνης, απαιτούν ουσιαστική παιδεία και δημόσιο διάλογο, τα οποία στην Ελλάδα είναι ανύπαρκτα. Η διδασκαλία λ.χ. στα σχολεία των δημοκρατικών αρχών και της αρχαίας πολιτικής Αθήνας είναι ανύπαρκτη, ενώ οι μαθητές είναι υποχρεωμένοι να μαθαίνουν τα πολεμικά κατορθώματα των βυζαντινών Ρωμαίων αυτοκρατόρων και τα ανούσια έργα των χριστιανών πατριαρχών της Κωνσταντινούπολης από τον 4ο έως τον 15ο αιώνα! Οπότε δεν είναι καθόλου παράξενο να υπάρχουν κάποιοι που, ενώ καυτηριάζουν αναιτίως και χωρίς επιχειρήματα τη δημοκρατία, τον Περικλή και τον Επιτάφιο, από την άλλη εκθειάζουν κάποιους βυζαντινούς αυτοκράτορες για τη δύναμή τους και τη διατήρηση της αυταρχικής εξουσίας τους ή μένουν άφωνοι ενώπιον του ορθοδόξου πατριάρχη και του μύθου του. Έχουμε δηλαδή το φαινόμενο κάποιοι, από τη μία να καταδικάζουν τη δημοκρατία και τις αξίες της και από την άλλη να μένουν ενεοί ενώπιον της απόλυτης μοναρχικής εξουσίας του αυτοκράτορα και της βαθύτατης θρησκευτικής ετερονομίας.
            Οι αντιλήψεις αυτές είναι αντιδημοκρατικές, επικίνδυνες και ως τέτοιες αποτελούν εμπόδιο στο απελευθερωτικό πρόταγμα, διότι όταν κάποιος τοποθετεί στη σκέψη του και στη καρδιά του έναν βυζαντινό αυτοκράτορα τότε δεν αφήνει χώρο σε αυτές για τη δημοκρατία και την αυτονομία. Διότι και τα δύο δεν γίνεται να συνυπάρξουν, είναι αντιφατικά και αλληλοαποκλειόμενα. Έτσι επικρατεί η εργαλειακή αντίληψη για την ιστορία και τις «αξίες» και περαιτέρω η απολυτοποίηση της εξουσίας ως αυτοσκοπού, ενώ οι δημοκρατικοί θεσμοί και έννοιες όπως ελευθερία, ισότητα, πολίτης, συμμετοχή, αυτονομία καταντούν δευτερεύουσες ποιότητες, ανοίγοντας τον δρόμο προς τον σχετικισμό και τελικώς τον μηδενισμό.

Ο Eco και η εποχή του
            Το ερώτημα που τίθεται, κατόπιν όλων αυτών, είναι γιατί ο  Eco αντιμετωπίζει με σκαιό τρόπο τον Περικλή και τη δημοκρατία. Θα παραθέσω ορισμένες πρώτες σκέψεις. Ίσως στον Eco να υπάρχει ένα «εθνικό» κόμπλεξ έναντι των αρχαίων Ελλήνων και δη των μεγάλων επιτευγμάτων τους. Το κόμπλεξ αυτό κατάγεται από τους αρχαίους χρόνους, ήδη από τη ρωμαϊκή res publica. Ο Κικέρων λ.χ. στον 1ο π.Χ. αιώνα αν και διδάχθηκε από  Έλληνες, αν και ήταν γνώστης της ελληνικής φιλοσοφίας και ρητορικής, που τότε δεν υπήρχαν στη Ρώμη, αν και αναγνώριζε την αξία του ελληνικού πολιτισμού και την οφειλή των Ρωμαίων σε αυτόν, εν τούτοις φθάνει στο σημείο να γράψει (την ανοησία) ότι τα λόγια ενός πεπειραμένου Ρωμαίου πολιτικού είναι «πολύ πιο γόνιμα από το σύνολο της ελληνικής γραμματείας».
            Εν πάση περιπτώσει, ο τομέας στον οποίο επιδόθηκε ο Eco δεν είναι η αρχαία Ελλάδα ούτε η αρχαία Ρώμη, αλλά ο Μεσαίωνας, τα θρησκευτικά δόγματα, οι αιρέσεις και οι θεολογικές έριδες, στις οποίες επιχωριάζουν οι αυθαιρεσίες, οι αυταρχισμοί, οι μεταφυσικοί ακροβατισμοί – απουσιάζει δηλαδή κάθε τί το δημοκρατικό. Επομένως, ο κόσμος του Μεσαίωνα είναι εντελώς άλλος από τον κόσμο της κλασικής δημοκρατίας. Αυτό σημαίνει ότι άλλες αξίες, εντελώς αντίθετες, έχει ο ένας από τον άλλον, συνεπώς έκαστος κόσμος χρειάζεται και άλλα κριτήρια προσέγγισης. Έτσι και ο σημερινός κόσμος είναι άλλος από αυτόν της κλασικής εποχής. Δυστυχώς ο Eco συγχέει τους διαφορετικούς κόσμους.
            Είναι αλήθεια ότι ο Eco βρέθηκε σε δύσκολη θέση να εξηγήσει την εξαιρετικά πτωτική κατάσταση της χώρας του στον 20ο αιώνα και να παραδεχθεί την αδυναμία του ως διανοουμένου να συντελέσει στην καλυτέρευσή της. Πράγματι, ο Eco έχει βιώσει όλα τα μεγάλα δεινά της Ιταλίας: η μακρά περίοδος του φασισμού του Μουσολίνι, Β΄ παγκόσμιος πόλεμος, οργανωμένο έγκλημα της Μαφίας και της Καμόρα σε συνεργασία με τις κρατικές αρχές, ανικανότητα της δικαστικής εξουσίας, το λουτρό αίματος, τα πάθη, το τυφλό μίσος της μαύρης και της κόκκινης τρομοκρατίας με ανώτατο σημείο ανικανότητας του κομματικού συστήματος το πτώμα του πρωθυπουργού της στο πορτμπαγκάζ ενός αυτοκινήτου. Τα δεινά συνεχίσθηκαν: το σοκ της δικαστικής επιχείρησης «καθαρά χέρια», η απύθμενη διαπλοκή της χριστιανοδημοκρατίας, ο ευτελισμός και η διαφθορά του σοσιαλισμού, η αποτυχία του ευρωκομμουνισμού και του «ιστορικού συμβιβασμού», η διάλυση του παραδοσιακού κομματικού συστήματος, η μεγάλη επιρροή και διαφθορά της καθολικής εκκλησίας, οι εθνικισμοί και οι ρατσισμοί της Β. Ιταλίας και φυσικά η απόληξη όλων αυτών στην απαράδεκτη άνοδο στην ανώτατη εξουσία της χώρας ενός μεγιστάνα αγαπητικού και μέγιστου λαϊκιστή, ενός γελοίου υποκειμένου σαν τον Μπερλουσκόνι.         
            Όντως πρόκειται για βαθύτατα ανεπούλωτα τραύματα, για μεγάλη κρίση της χώρας του που συνεχίζεται και στον 21ο αιώνα. Δεν πρόκειται μόνο για λαϊκισμό, αλλά για κάτι βαθύτερο και σημαντικώτερο. Πρόκειται για γενικευμένη διαφθορά, διαπλοκή, για ανικανότητα του πολιτικού κόσμου, δυσλειτουργία του πολιτικού συστήματος, ουσιαστική ανυπαρξία νόμων και θεσμών, για κατίσχυση των ιδιωτικών συμφερόντων εις βάρος του δημοσίου, πολιτική αφασία της κοινωνίας, μηδενισμός αξιών, δηλαδή κοινωνική και πολιτική παρακμή. Αυτήν την παρακμή  ο Eco δεν προσπαθεί να κατανοήσει, αλλά την απωθεί με ανέντιμα μέσα, συγκρίνοντάς την με την αρχαία Αθήνα, γράφοντας τον αναχρονισμό ότι «και ο Περικλής ήταν λαϊκιστής και η αθηναϊκή δημοκρατία ήταν λαϊκισμός»! Η παρακμή εν τέλει δεν αφήνει κανέναν ανέπαφο.
            Η Ιταλία δεν είχε δυστυχώς ούτε ένα πολιτικό ισάξιο του Περικλή για να μπορέσει να ορθοποδήσει. Και δεν απέκτησε τέτοιον πολιτικό επειδή δεν είχε δημοκρατία, δεν είχε δήμο που να αναδείξει έναν ικανό πολιτικό. Αυτήν την απουσία δημοκρατίας έπρεπε να καταλάβει και να τονίσει ο Eco και όχι να κολακεύει το αποτυχημένο αντιπροσωπευτικό σύστημα των κομμάτων. Θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να γίνει και μία έρευνα για την ιδεολογική και πολιτική ευθύνη των Ιταλών διανοουμένων στην γενικευμένη ιταλική παρακμή. Πιστεύω πως θα αναδειχθούν πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία-έκπληξη, είτε πρόκειται για κεντρώους είτε για αριστερούς  είτε για καθολικούς διανοουμένους. Δεν είναι τυχαίο που δεν υπήρξε ένας σημαντικός διανοούμενος ο οποίος να διαφοροποιήθηκε από το γενικό κλίμα και να ξεχώρισε με μία δημοκρατική πρόταση αλλαγής, εξηγώντας την αποτυχία του ολιγαρχικού κομματικού συστήματος και υποδεικνύοντας μία δημοκρατική πορεία. Η ιταλική διανόηση χάθηκε στα κομματικά σπήλαια, στις μαρξιστικές ιδεολογίες, στον κενό εργατισμό, στη νεφελώδη επανάσταση, στις μυθιστορηματικές φυγές, στα θεωρητικά μεταμοντέρνα κατασκευάσματα, στις αυταπάτες της αντιπροσώπευσης και στις σοσιαλδημοκρατικές ψευδαισθήσεις (Bobbio, Negri, Agamben, Eco, Vattimo, Virno, Canfora κ.ά.). Βλέποντας το ύφος και το ήθος στο κείμενο του Eco καταλαβαίνει κάποιος γιατί η ιταλική διανόηση έφθασε σε αδιέξοδο. Μία εικόνα αυτού του αδιεξόδου διαφαίνεται στα υπέροχα φιλμ του Μ. Αντονιόνι, του Φ. Φελλίνι, του Λ. Βισκόντι, του Φρ. Ρόζι, του Μπ. Μπερτολούτσι και του Έτορε Σκόλα.[7]
              
           



[1] Umberto Eco, «Περικλής ο λαϊκιστής», La Repubblica, 14 Ιανουαρίου 2012.
[2] Για περισσότερα στοιχεία βλ. Γ.Ν. Οικονόμου, Άμεση δημοκρατία. Αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες, Παπαζήσης, 2014, σ. 61, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.
[3] Στον Οιδίποδα επί Κολωνώ του Σοφοκλή λ.χ. ο Θησέας λέει για τους Αθηναίους πως φροντίζουν να κάνουν τον βίο λαμπρό όχι με λόγια, αλλά με πράξεις, δράσεις και έργα.  
[4] Αν, όπως νομίζουν κάποιοι ότι ο Περικλής υποστήριζε δημαγωγικά τη θητική τάξη, τότε πώς εξηγούν το γεγονός ότι αυτός δεν φρόντισε να κληρώνονται άρχοντες και οι θήτες;   
[5] Αριστοτελης, Ηθικά Νικομάχεια 6,1140b7.
[6] Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 2,1107a1-5.
[7] Σε αυτή την επίθεση κακογουστιάς και κακοπιστίας του Eco στη δημοκρατία και στον Περικλή, ως ζωογόνο αντιστάθμισμα θα έπρεπε μπεί ακριβώς κάτω από το κείμενο του Eco, ο βαθύβλυστος στιβαρός λόγος του Περικλή, δια γραφίδος Θουκυδίδη, έστω μόνο οι παράγραφοι 37-41, είτε στην μετάφραση του Ελευθερίου Βενιζέλου (που είναι όμως στην καθαρεύουσα) είτε στη μετάφραση του Αγγ. Βλάχου είτε στην εξαίρετη μετάφραση της καθηγήτριας Μ. Γιούνη από το βιβλίο της Ιστορία των πολιτικών θεσμών στην αρχαιότητα, εκδ. Βάνιας, 2015 (σ. 176-179), από το οποίο χρησιμοποίησα κάποια στοιχεία.