Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

ΜΑΪΟΣ 1968: Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΛΩΝ ΜΗΝΥΜΑΤΩΝ



[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 11 Μαΐου 2018]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας
oikonomouyorgos.blogspot.com

ΜΑΪΟΣ 1968:
Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΛΩΝ ΜΗΝΥΜΑΤΩΝ

          Τη δεκαετία 1960 αρκετές χώρες συγκλονίσθηκαν από εξεγέρσεις - Ιαπωνία, Μεξικό, ΗΠΑ, Ιταλία, Γερμανία, Ολλανδία, Βρετανία. Η πιο ριζοσπαστική ήταν αυτή στη Γαλλία, τον Μάιο 1968, διότι υπερέβη τις φοιτητικές διαμαρτυρίες, τα πανεπιστημιακά πλαίσια και τον αντιπολεμικό χαρακτήρα των διαδηλώσεων για το Βιετνάμ. Ο Μάιος 1968 έθεσε μία σειρά κοινωνικών και πολιτικών ζητημάτων που ακόμα και σήμερα, μετά από πενήντα έτη, είναι επίκαιρα, αν και πολλοί συστημικοί φροντίζουν να ξεχασθούν.
            Η  εξέγερση είχε ως άξονα την αμφισβήτηση της δυτικής κοινωνίας, σε όλα τα βασικά χαρακτηριστικά της, καταναλωτισμό, θέαμα, διαφήμιση, ιεραρχία, γραφειοκρατία, κίβδηλη πληροφόρηση, οικονομισμό, αύξηση παραγωγικότητας, εκπαίδευση, εκλογές, κράτος, κόμματα, ιδεολογίες. Τα στοιχεία που κυριάρχησαν ήταν ο αυθορμητισμός, ο αυτοκαθορισμός, η ελευθεριακή διάθεση και η αυτονομία, η έκρηξη της φαντασίας και της δημιουργίας, χωρίς κομματική καθοδήγηση, χωρίς προκαθορισμένη ατζέντα και πρόγραμμα εκ των προτέρων. Η εξέγερση, στην ελευθεριακή και εξισωτική απαίτησή της, κατεδίκαζε κάθε εξουσία που δεν ήταν ελεγχόμενη και ανακλητή, κάθε εξουσία που συντηρούσε το σχίσμα ανάμεσα σε κυβερνήτες και εκτελεστές. είχε βαθειά ανάγκη να υπερβεί τη διαίρεση χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας, να δημιουργήσει κοινές αξίες και κοινοτικές μορφές  συνύπαρξης.
            Για πρώτη φορά μέσα σε μία ανεπτυγμένη δυτική κοινωνία, αναδύθηκε μία επιθυμία για συμμετοχή, για αυτοκαθορισμό και αυτοκυβέρνηση, επιθυμία για έκφραση και κατάκτηση του λόγου, μία συγκεκριμένη επιθυμία βιωμένη από χιλιάδες σπουδαστές, εργάτες, μαθητές, καλλιτέχνες και διανοουμένους, απεγκλωβισμένη από κάθε σταλινισμό, μαρξισμό-λενινισμό. Ήταν η απαίτηση για άμεση δημοκρατία. Η άμεση δημοκρατία δεν ήταν μόνο οι συνελεύσεις, η εκλογή επιτροπών δράσης, τα ανακλητά συμβούλια και ο συντονισμός τους, αλλά και η διακηρυγμένη επιθυμία για νέο περιεχόμενο, για αυτοκυβέρνηση, χωρίς ιεραρχίες, γραφειοκρατίες, κόμματα και αντιπροσώπους, με ελευθερία και ισότητα, με αυτοδιαχείριση εφαρμοσμένη παντού, στο πολιτικό σύστημα και στην κοινωνία. Με αυτήν την έννοια ο Μάης 68 κατάφερε ένα ισχυρό πλήγμα στην έννοια της αντιπροσώπευσης και στο αντιπροσωπευτικό καθεστώς, καταδεικνύοντας πως το καθεστώς αυτό συνιστά τον πλέον επίφοβο εχθρό της πραγματικής δημοκρατίας.
            Οι κινητοποιήσεις παρέμειναν μέχρι το τέλος ακηδεμόνευτες και ανεξάρτητες από τις επιβουλές και τις επιδιώξεις των μικρών αριστερίστικων οργανώσεων, τροτσκιστών και μαοϊκών, οι οποίες  αριθμούσαν λίγες εκατοντάδες οπαδούς με πολύ μικρή εμβέλεια και πλήρη ιδεολογική εξάρτηση από τα παλαιά αποτυχημένα μαρξιστικά και εργατίστικα πρότυπα. Έτσι δεν μπόρεσαν να προσφέρουν κάτι το πρωτότυπο και δημιουργικό, παρά μόνο αφίσες του Μαρξ, του Λένιν, του Μάο, τον πολλάκις αδόμενο ύμνο της «Διεθνούς» και το σύνθημα «Η εξουσία στους εργάτες». Φυσικά οι εργάτες όχι μόνο δεν θέλησαν να αποκτήσουν την εξουσία αλλά ούτε προσπάθησαν να συζητήσουν με τους φοιτητές και να κινητοποιηθούν στο πλευρό τους, παρά το ότι απήργησαν 10 εκατ. εργαζόμενοι. Η εργατική τάξη όχι μόνο δεν υπήρξε η επαναστατική πρωτοπορία της κοινωνίας, αλλά η βραδυκίνητη οπισθοφυλακή της. Στον Μάιο 1968 κατέρρευσε ο μεγάλος μύθος περί επαναστατικής εργατικής τάξης, μύθος που δημιουργήθηκε από τον Μάρξ στον 19ο αιώνα.
            Από την άλλη τα επίσημα κομματικά όργανα του ΚΚΓ όχι μόνο ήταν απόντα αλλά και αντίθετα στο πνεύμα, τις μορφές και τους στόχους της εξέγερσης. Έτσι άρχισε να σβήνει ο μεγάλος μύθος περί πρωτοπορίας και επαναστατικότητας των κομμουνιστικών κομμάτων. Ένα σημαντικό στοιχείο που έδειξε η εξέγερση ήταν η ανικανότητα και η αδυναμία της Αριστεράς στο σύνολό της να καταλάβει την κατάσταση και η απροθυμία της να αποτελέσει παράγοντα πολιτικοποίησης και ενδυνάμωσης του κινήματος, έτσι ώστε αυτό να φέρει πολιτικά αποτελέσματα, αλλαγή στη διακυβέρνηση και στους πολιτειακούς θεσμούς. Η εξέγερση έδειξε πως κάθε μελλοντική απόπειρα δημοκρατικής αλλαγής θα πρέπει να αντιμετωπίσει όχι μόνο τις παραδοσιακές αστικές δυνάμεις, αλλά και όλα τα αριστερά κόμματα, μαρξιστικά, λενινιστικά, σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά, καθώς επίσης την μαρξική ιδεολογία. Αυτό φάνηκε στις κινητοποιήσεις ανά τον κόσμο το 2011 για πραγματική δημοκρατία.
             Η γαλλική εξέγερση δεν ανήκει στα παραδοσιακά πλαίσια, τα υπερέβη. Οι εξεγερμένοι δεν εξέφρασαν αιτήματα σε παραδοσιακή αριστερή και συνδικαλιστική γλώσσα, ούτε επεδίωξαν διαπραγματεύσεις κοινωνικής συμφωνίας. Επεδίωξαν να αφυπνίσουν την  κοινωνία, να καταδείξουν το πνευματικό, ηθικό κενό του τεχνολογικού παραδείσου και της αυταρχικής κοινοβουλευτικής εξουσίας, να ωθήσουν τα άτομα να αναλάβουν την ευθύνη της ζωής τους, να δημιουργήσουν μια κατάσταση κοινωνικής συμμετοχής και διαβούλευσης, για πολιτική αλλαγή. Δεν προσπάθησαν να αντιπροσωπεύσουν κανέναν, ούτε να καταλάβουν την εξουσία, αλλά αυτή να γίνει υπόθεση της ίδιας της κοινωνίας, δηλαδή μη αλλοτριωμένη εξουσία.      
            Ο Μάιος 1968 ήταν ένα ρήγμα, μία αρχή πολύ σημαντική και δυναμική που άνοιξε πολλά πεδία σκέψης και δράσης, στα οποία το ζητούμενο είναι η αμφισβήτηση των καθιερωμένων μορφών εξουσίας υπό το πρίσμα της ελευθερίας και της ισότητας. Ήταν ο προάγγελος και η μήτρα κάθε μελλοντικής δημοκρατικής πολιτικής δράσης, χωρίς κόμμα οδηγό και προνομιούχα ιδεολογία, χωρίς «ειδικούς», γραφειοκράτες και αντιπροσώπους. Άνοιξε τον ορίζοντα προς έναν νέο τρόπο να αντιλαμβανόμαστε και να πράττουμε την πολιτική. 

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

ΟΝΟΜΑ ΧΩΡΙΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ



[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 6 Φεβρουαρίου 2018]
           
           
           Γιώργος Ν. Οικονόμου
            Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας


ΟΝΟΜΑ ΧΩΡΙΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

            Ο εθνικισμός, ο λαϊκισμός και η έλλειψη σοβαρότητας δεν έχουν τέλος για ένα μεγάλο τμήμα του κομματικού συστήματος και της νεοελληνικής κοινωνίας. Μετά το 1992 επανέρχεται το φάντασμα του «Μακεδονικού» και εγκλωβίζει συνειδήσεις, πολιτικές και πρακτικές. Όλα ξεκίνησαν το 1992 με τα εθνικιστικά, πατριδοκάπηλα και λαϊκιστικά συλλαλητήρια εναντίον της σύνθετης ονομασίας της γείτονος χώρας. Την ευθύνη έχουν οι πολιτικές εξουσίες, τα κόμματα πλήν ελαχίστων εξαιρέσεων, το βαθύ κράτος και ιδίως η ορθόδοξη Εκκλησία και ένα μέρος των διανοουμένων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των τελευταίων ήταν η περιβόητη «ανοικτή επιστολή» με τίτλο «Η ψυχή μας είναι το όνομά μας» των έξη προσωπικοτήτων (Ελύτης, Μερκούρη, Τσάτσος, Γεωργάκης, Μάνεσης, Αρβελέρ), προς την τότε ΕΟΚ τον Μάρτιο 1992.
            Η επιστολή αυτή ήταν έμπλεη εθνικισμού, μελλοντολογίας, συναισθηματικής φόρτισης και άλογης σκέψης. Η στοιχειώδης πολιτική σκέψη ήταν εντελώς απούσα, εξαφανισμένη από τον φορμαλισμό της ονομασίας. Το μόνο που κατάφερε η ενέργεια των έξη ήταν να τονώσει τον εθνικισμό και να συντελέσει στο παταγώδες αδιέξοδο στο ζήτημα της ονομασίας. Όποιος είχε διαφορετική άποψη εξοβελιζόταν με τον χαρακτηρισμό «εθνοπροδότης». Δημιουργήθηκε έτσι ένα κλίμα μισαλλοδοξίας και διχασμού καθόλη την μετέπειτα δεκαετία, το οποίο τονίσθηκε επί πλέον με την υστερία υπέρ των σφαγιαστών των Βαλκανίων Μιλόσεβιτς, Κάρατζιτς και Μλάντιτς, και συνεχίσθηκε με τον εθνοθρησκευτικό φανατισμό για το θρήσκευμα στις ταυτότητες, πρωτοστατούσης της Εκκλησίας υπό την καθοδήγηση του τότε αρχιεπισκόπου. Αυτή η νοσηρή κατάσταση οδήγησε τόσο στην ενδυνάμωση των ακραίων εθνικιστών και ακροδεξιών με κορύφωση την άνοδο των νεοναζιστών της Χρυσής Αυγής, όσο και στον αποπροσανατολισμό από την επικείμενη χρεοκοπία.        
            Η σημερινή κατάσταση πυροδοτήθηκε από τον κυβερνητικό εταίρο Π. Καμμένο, ο οποίος πιστός στον εθνικισμό-λαϊκισμό του δεν αποδέχεται την σύνθετη ονομασία. Η διαφωνία αυτή ενίσχυσε τους παραδοσιακούς εθνικιστές, θρησκειοκάπηλους και ακραίους ελλαδέμπορους. Είναι προφανές πως μία ενιαία κυβερνητική στάση στο θέμα και με την στήριξη της αντιπολίτευσης, εξαιρέσει των νεοναζιστών και των ακροδεξιών της ΝΔ, θα είχε λιγώτερες εθνικιστικές και λαϊκιστικές αντιδράσεις. Δυστυχώς ο Κυριάκος Μητσοτάκης φάνηκε τόσο λίγος, τόσο ανίκανος και υπετάχθη στα ακραία εθνικιστικά στοιχεία της ΝΔ, Γεωργιάδη και Βορίδη. Όμως με εθνικισμούς και ρητορείες δεν γίνεται πολιτική, απλώς δημιουργούνται μισαλλοδοξίες και διχασμοί - αυτή είναι η μάστιγγα του νεοελληνικού κομματικού και κοινωνικού βίου.
            Η πολιτική της κυβέρνησης υπονομεύθηκε αρχικώς εκ των ένδον. Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ ήξερε το ποιόν του ψεκασμένου εθνικιστή και θρησκειοκάπηλου Π. Καμμένου, όπως και το ποιόν του ανεκδιήγητου νάρκισσου και κλασαυχενιζόμενου πρώην υφυπουργού παιδείας. Τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος δεν έχουν κρυφτεί ποτέ. Εν τούτοις εν πλήρη συνειδήσει το κόμμα της Αριστεράς επέλεξε να συμβαδίσει μαζί τους, επιδεικνύοντας εμφανή κυνισμό, άμετρη φιλοδοξία για εξουσία, χωρίς αρχές, χωρίς πολιτική σύνεση και στοιχειώδη ιδεολογική ηθική. Ο ΣΥΡΙΖΑ πάσχει από ενσυνείδητο στρουθοκαμηλισμό και εφαρμόζει πλήρως την ιησουίτικη αρχή: ο σκοπός (η εξουσία) δικαιώνει τα μέσα. Αποδεικνύεται λοιπόν πως οι επίδοξοι σωτήρες και μαθητευόμενοι μάγοι του ΣΥΡΙΖΑ αποτελούν για μια ακόμη φορά πυροδότες εκρύθμων καταστάσεων. Έχει  αποδειχθεί, και θα φανεί σίγουρα και στο μέλλον, πως η μικροπολιτική και ιδιοτελής συνεργασία με τους ΑΝΕΛ είναι αιτία πολλών αδιεξόδων, τα οποία διευκολύνουν την άνοδο των ακροδεξιών. Ο αντίπαλος του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι η Ν.Δ., είναι ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ: η καταγωγική του αδυναμία να εκτιμήσει τις καταστάσεις, ο τακτικισμός, ο καιροσκοπισμός  και η άνευ αρχών πορεία του.    
                Από την άλλη, στο τελευταίο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης ακούσθηκαν πολλές εθνικιστικές λαϊκιστικές και ανιστόρητες ανακρίβιες, όπως «Η Μακεδονία είναι Ελλάδα», «Η Ελλάδα είναι Μακεδονία» και «Ελλάδα σημαίνει ορθοδοξία». Η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική. Η ελληνική Μακεδονία είναι ελληνική και η Ελλάδα δεν είναι Μακεδονία ούτε ορθοδοξία, αλλά πλήθος άλλων πραγμάτων. Άλλωστε αυτό που έχει ονομασθεί «ελληνοδυτικός πολιτισμός», έχει ως βασική συνιστώσα και απαρχή τη δημοκρατική Αθήνα και όχι τη Μακεδονία. Την Αθήνα με τις δημιουργίες της ισότητας, της ελευθερίας, της ισονομίας, της παρρησίας, της ισηγορίας, της δημοκρατίας, της φιλοσοφίας. Αντιθέτως, η Μακεδονία δεν προσέφερε τίποτε στον δημοκρατικό, πολιτικό, δικαιικό και πνευματικό πολιτισμό της ανθρωπότητας. Υπήρξε απολύτως μοναρχική με ανελεύθερο πολιτικό σύστημα και στρατιωτική κατακτητική «ιδεολογία». Επί πλέον υποδούλωσε τις ελληνικές πόλεις και διέλυσε το δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας, με αποτέλεσμα την ολοσχερή επικράτηση ανελεύθερων και αντιδημοκρατικών καθεστώτων σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο.
            Οι ανερμάτιστες εθνικιστικές αντιδράσεις αποδεικνύουν ότι ένα μέρος του πολιτικού συστήματος και της νεοελληνικής κοινωνίας παραμένει δέσμιο παρωχημένων ιδεολογημάτων, δεν μπορεί να γειωθεί στην ιστορική πραγματικότητα, ταυτιζόμενο φανταστικώς με ένα όνομα. Δυστυχώς αυτό που έχει μείνει στη σημερινή νεοελληνική πραγματικότητα είναι μόνο το όνομα, χωρίς κανένα ουσιαστικό περιεχόμενο, χωρίς αξίες δημοκρατικές, δημιουργικές και πολιτισμικές, χωρίς ανθρωποκεντρικά και κοινωνιοκεντρικά νοήματα. Μόνο εθνικιστικές, θρησκευτικές φαντασιώσεις, κομματικά, ατομικά συμφέροντα. Σε αντίθεση με το ιδεολόγημα των έξη πως «Η ψυχή μας είναι το όνομα μας» η πραγματικότητα είναι διαφορετική: αυτό που υπάρχει είναι μόνο ένα όνομα γυμνό, χωρίς ψυχή, χωρίς ουσία. Nomina nuda tenemus.
            
         
                  ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ
                         (7/2/2018)
           
         Επειδή το παραπάνω κείμενο γράφτηκε πολύ πρίν από το εθνικιστικό συλλαλητήριο της Αθήνας στις 4/2/2018 προσθέτω την παρακάτω σύντομη σημείωση.       
            Η πλήρης πολιτική εξαθλίωση του Μίκη Θεοδωράκη, η οποία είχε ξεκινήσει από το 1974 στη Μεταπολίτευση, φάνηκε στη συμμετοχή του στο εθνικιστικό συλλαλητήριο της Αθήνας και στο περιεχόμενο της ομιλίας του. Μαζί με τον άλλον ομιλητή στο συλληλητήριο της Θεσσαλονίκης, τον  ακροδεξιό απόστρατο Φραγκούλη Φράγκο, αποτελούν το δίδυμο του εθνικισμού, της μισαλλοδοξίας, της συνωμοσιολογίας και του ρατσισμού, τα οποία είναι παράγοντες που ευνοούν την άνοδο του φασισμού. Αξίζουν λοιπόν τα εύσημα του γιου Σκαλούμπακα και του Κασιδιάρη, τα οποία και έλαβαν. Μη χειρότερα...
            (Ο Σκαλούμπακας ήταν ο γνωστός αρχιβασανιστής στο στρατόπεδο της Μακρονήσου στην περίοδο του εμφυλίου).
            Η αλλοπρόσαλλη πολιτική πορεία τού παγκοσμίως γνωστού μουσικοσυνθέτη ξεκίνησε αμέσως με την Μεταπολίτευση του 1974, όταν τάχθηκε υπέρ του «μονόδρομου» Κωνσταντίνου Καραμανλή με το γνωστό «Καραμανλής ή τάνκς». Μετά περιηγήθηκε σε όλα σχεδόν τα πολιτικά κόμματα (ΚΚΕ εσωτερικού, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΝΔ) τα οποία διαδοχικώς τα έβριζε, αλλά μετά τα δεχόταν και προσχωρούσε σε αυτά. Έτσι ενώ έβριζε την ΚΝΕ έγινε μετά βουλευτής του ΚΚΕ, ενώ έβριζε τη ΝΔ έγινε βουλευτής της ΝΔ επί Κ. Μητσοτάκη, ο οποίος τον έκανε υπουργό άνευ χαρτοφυλακίου.
            Όταν δε έγινε η δολοφονία του καθηγητή Τεμπονέρα στην Πάτρα το 1991 από το στέλεχος της ΟΝΝΕΔ Καλαμπόκα, ο υπουργός της ΝΔ Μίκης Θεοδωράκης απέδωσε τις ευθύνες στο ΠΑΣΟΚ! Υποστήριξε ακόμα και τον χουντικό αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, ενώ ο τελευταίος έσπερνε επί μία δεκαετία, με τον λαϊκισμό και τη δημαγωγία του, τα μισαλλόδοξα, διχαστικά,  εθνικιστικά και επικίνδυνα  κηρύγματά του.  Προσεχώρησε επί πλέον και στον αντισημιτισμό...