Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

ΕΥΡΩ Ή ΔΡΑΧΜΗ: ΨΕΥΔΗ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ



[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 28 Ιουνίου 2016]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

ΕΥΡΩ Ή ΔΡΑΧΜΗ: ΨΕΥΔΗ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ
ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

            Σε μεγάλο μέρος του αριστερού πολιτικού κόσμου και των αριστερών οικονομολόγων υπάρχει η άποψη πως στη δύσκολη κατάσταση που διέρχεται η χώρα η λύση θα ήταν η έξοδος από την Ευρωζώνη ή ακόμα και από την ίδια την Ε.Ε. Όμως η άποψη αυτή αντιστρέφει την προτεραιότητα στόχων και επί πλέον συγκαλύπτει την πηγή των προβλημάτων. Η αιτία των προβλημάτων που ενέσκηψαν στην Ελλάδα δεν είναι το ευρώ. Η δαιμονοποίηση του ευρώ και η εξιδανίκευση της δραχμής αποπροσανατολίζει τον κόσμο από τις πραγματικές αιτίες της χρεοκοπίας, απαλλάσσει το πολιτικό σύστημα και τη διακυβέρνηση των δύο κομμάτων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ από τις κολοσσιαίες ευθύνες τους, συγκαλύπτει τις παθογένειες του συστήματος και τις αλλοπρόσαλλες κυβερνητικές πολιτικές που κυριάρχησαν τα τριάντα πέντε έτη από το 1974 μέχρι το 2009.  
            Για τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας δεν φταίει το ευρώ, αλλά η φοροδιαφυγή, η έλλειψη μίας αναπτυξιακής στρατηγικής, η μη παραγωγικότητα της βιομηχανίας, η εγκατάλειψη της αγροτικής παραγωγής, η στρεβλή ανάπτυξη, οι χρόνιες ανισορροπίες της οικονομίας. Φταίει η διαφθορά, η διαπλοκή, ο παρασιτικός υπερτροφικός κρατικός τομέας, οι ανίκανες διακυβερνήσεις των δύο κομμάτων που ευνόησαν όλα αυτά και οδήγησαν στην υπερχρέωση και στα δημοσιονομικά ελλείμματα. Η αιτία της χρεοκοπίας είναι το αποτυχημένο πολιτικό σύστημα με την ολιγαρχική διάρθρωση και τη μοναρχική χροιά του πρωθυπουργοκεντρισμού, το οποίο δεν ελέγχεται από πουθενά, δεν δίνει λόγο και λογαριασμό σε κανένα ανεξάρτητο δικαστικό ή πολιτικό όργανο ούτε στο κοινωνικό σώμα ένεκα της βουλευτικής  και υπουργικής ασυλίας.
              Η πρόταση εξόδου από την ευρωζώνη και η επιστροφή στην υποτιμημένη δραχμή μεταθέτει τα προβλήματα από το παρόν στο μέλλον. Είναι το άλλοθι να μην αντιμετωπισθεί η πραγματική κατάσταση της οικονομίας και οι δυσλειτουργίες της. Είναι υπεκφυγή για να μην υπάρξει μετωπική σύγκρουση με το σύστημα της διαπλοκής, του πελατειακού καθεστώτος και των συντεχνιών. Είναι το πρόσχημα για αναβολή στην αντιμετώπιση των δομικών  προβλημάτων στην οικονομία, στις επιχειρήσεις, στον κρατικό τομέα, στο σύστημα διακυβέρνησης και στους ολιγαρχικούς θεσμούς.
            Η άποψη ότι για τα Μνημόνια φταίει το ευρώ δεν είναι αλήθεια. Εάν ήταν αλήθεια τότε θα έπρεπε να είχαν φτάσει στην κατάσταση της χρεοκοπημένης Ελλάδας και όλες οι υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης, πράγμα που δεν συμβαίνει. Οι περισσότερες αν και έχουν ως κοινό  νόμισμα το ευρώ δεν έχουν την κατάντια της Ελλάδας. Όσον αφορά  τις χώρες που είχαν οικονομικό πρόβλημα όπως η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Κύπρος, αυτές έχουν αρχίσει να συνέρχονται μετά την επιβολή των Μνημονίων και εξέρχονται στις αγορές με ευνοϊκούς όρους δανεισμού. Και φυσικά ούτε διανοήθηκαν να εξέλθουν από την Ευρωζώνη και να οδηγηθούν στα εθνικά νομίσματα. Υποχρεώθηκα και αυτές σε προγράμματα εξυγίανσης, τα εφάρμοσαν και άρχισαν να αναρρώνουν. Τα προβλήματα αυτών των χωρών οφείλονταν κυρίως στο τραπεζικό τους σύστημα και όχι τόσο στο κρατικό χρέος και στο δημοσιονομικό έλλειμμα που ήταν η περίπτωση της Ελλάδας. Το γεγονός πως η Ελλάς παραμένει ακόμα σε καθεστώς Μνημονίων εδώ και επτά έτη φανερώνει την πλήρη ανικανότητα του πολιτικού συστήματος, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται πλέον και η κυβερνώσα Αριστερά.
            Το νόμισμα είναι ένα μέσον, δεν είναι η αιτία των προβλημάτων. Για χώρες όπως η Ελλάς, με ασθενική οικονομία και παραγωγή, το ισχυρό νόμισμα, όπως το ευρώ, οξύνει ίσως τα προβλήματα αλλά δεν τα δημιουργεί. Βεβαίως ήταν τεράστιο λάθος να εισέλθει η βαλκάνια Ελλάς εντελώς απροετοίμαστη και με παραποιημένα στοιχεία στην ευρωζώνη, αλλά θα είναι και μεγάλο λάθος να εξέλθει με τον τρόπο που προτείνεται από ανεύθυνους αριστερούς και από ανερμάτιστους εθνικιστές νεοναζιστές.    
            Η συζήτηση θα πρέπει λοιπόν να μην εγκλωβισθεί στο δίλημμα «ευρώ ή δραχμή;», «μνημόνιο ή άτακτη χρεοκοπία», αλλά να ανοιχθεί σε άλλον ορίζοντα, στον ορίζοντα των ριζικών αναδιαρθρώσεων, αναδομήσεων και μεταρρυθμίσεων που είναι αναγκαίες στο υπάρχον πολιτικό σύστημα. Αυτές θα επιτρέψουν την ουσιαστική ενημέρωση της κοινωνίας, τη συμμετοχή της στις αποφάσεις και στον έλεγχο της εξουσίας. Τότε θα είναι σε θέση να αποφασίσει η ίδια η κοινωνία τι θέλει πραγματικά και να αναλάβει ενσυνειδήτως και με ευθύνη τις συνέπειες των αποφάσεών της.
            Η αλλαγή πολιτικού προσανατολισμού επιβάλλεται και από το γεγονός πως το σύστημα αποδείχθηκε ανίκανο επτά έτη μετά τη χρεοκοπία, ακόμη και με την κυβέρνηση της Αριστεράς, να προβεί σε ορισμένες βασικές μεταρρυθμίσεις, όπως μείωση των υπέρογκων στρατιωτικών δαπανών, χωρισμό κράτους και εκκλησίας, μείωση του αριθμού των βουλευτών και κατάργηση των οικονομικών προνομίων τους, κατάργηση της βουλευτικής και υπουργικής ασυλίας, νομοθέτηση δημοψηφισμάτων και άλλες συνταγματικές αλλαγές. Αυτό το αποτυχημένο ολιγαρχικό κλεπτοκρατικό σύστημα πρέπει να αλλάξει, πράγμα που είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για οποιοδήποτε περαιτέρω βήμα. Συνεπώς, χρειάζεται απεμπλοκή από ψευδή διλήμματα, όπως «ευρώ ή δραχμή;», «Τσίπρας ή Μητσοτάκης;», «ΣΥΡΙΖΑ ή ΝΔ;», «Αυτοδύναμη κυβέρνηση ή συμμαχική;» και προσανατολισμός στα πραγματικά προβλήματα, στον εκδημοκρατισμό του συστήματος. Η δημοκρατία είναι στόχος, αλλά και πορεία, η οποία χαράσσεται, όχι από αποτυχημένα κόμματα και ανίκανους πολιτικούς, αλλά από την ίδια την κοινωνία.
                         

             

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

ΡΗΞΗ ΜΕ ΤΙΣ ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ



[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 25 Μαΐου 2016]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας

ΡΗΞΗ ΜΕ ΤΙΣ ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ

Για τη γενικευμένη χρεοκοπία ευθύνεται κυρίως το κομματοκρατικό ολιγαρχικό σύστημα και συνεπώς αυτό πρέπει να αλλάξει και να εκδημοκρατισθεί. Η αλλαγή πρέπει να είναι ριζική σε  θεσμούς, δομές, νόμους, Σύνταγμα.  Όσο δεν γίνεται εκδημοκρατισμός τόσο η κοινωνία βυθίζεται στην παρακμή και η οικονομία στην ύφεση. Εκδημοκρατισμός σημαίνει συμμετοχή της κοινωνίας στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων και στον έλεγχο της εξουσίας. Ένας σοβαρός ανασταλτικός παράγοντας για την αλλαγή αυτή είναι η διαδεδομένη αγοραία αντίληψη πως ο μόνος πολιτικός δρόμος είναι οι εκλογές και τα κόμματα Η αντίληψη αυτή είναι βαθύτατα αλλοτριωτική και αντιδημοκρατική: ενισχύοντας τα κόμματα ενισχύεται η ολιγαρχία και η πολιτική ετερονομία, διότι, τα κόμματα και η αντιπροσώπευση είναι οι βάσεις και τα στηρίγματα της ολιγαρχίας.
Από την άλλη, μπορεί οι ψηφοφόροι να δίνουν το δικό τους νόημα στην ψήφο τους, όμως οι «αντιπρόσωποι» ούτε γνωρίζουν αυτό το νόημα ούτε θέλουν να το γνωρίσουν, άρα δεν το λαμβάνουν υπ’ όψιν, πράγμα που επιβεβαιώθηκε από όλες τις κυβερνήσεις, καθώς και από αυτήν της Αριστεράς. Τελικώς η ψήφος λαμβάνει ένα και μόνο νόημα: την κατάφαση στην αντιπροσώπευση, στην κομματοκρατία και στην πολιτική ετερονομία.
 Η δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει στο μέλλον αν κάποιοι δεν προσπαθήσουν στο παρόν. Το μέλλον που ονειρευόμαστε υπάρχει στο παρόν, στην πράξη μας. Εάν δεν υπάρχει τώρα δεν υπάρχει ούτε αύριο. Όταν το σκεφτόμαστε  θεωρητικώς και το εγκαταλείπουμε πρακτικώς, αναθέτοντάς το σε κόμματα και «αντιπροσώπους», τότε ουσιαστικώς  το καταργούμε - ακυρώνουμε την επιθυμία μας. Το μέλλον δεν είναι αποτέλεσμα μόνο σκέψης, αλλά κυρίως δράσης, κυοφορείται στις πράξεις του παρόντος. Ανήκει σε αυτούς που το δημιουργούν, όχι σε αυτούς που περιμένουν και αδρανούν, που το εκχωρούν σε άλλους. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης τονίζει πως το μέλλον δεν είναι για να το σκεφτόμαστε αλλά για να το πράττουμε.  Πράττουμε σήμερα αυτό που θέλουμε να υπάρξει αύριο - αυτή είναι η απαραίτητη συνθήκη κάθε δημιουργίας, άρα και της δημοκρατίας.
Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για το πολιτικό πεδίο, το οποίο απεχθάνεται το κενό, απαιτεί και επιβάλλει την πράξη.  Όταν δεν υπάρχουμε εμείς, υπάρχουν οι άλλοι, η ολιγαρχική εξουσία, oι γραφειοκράτες, η οικονομική αυθαιρεσία. Συνεπώς, ο στόχος για τη δημοκρατία δεν μπορεί να υποτάσσεται σε τακτικισμούς που εξυπηρετούν την ετερονομία της αντιπροσώπευσης. Στη δημοκρατία δεν φθάνουμε μέσα από την ολιγαρχία, μέσα από αντιλήψεις και πράξεις ολιγαρχικές, μέσα από θεσμούς και νόμους ολιγαρχικούς. Αν ίσχυε το αντίθετο τότε θα ζούσαμε σε μία διαρκή  χαρούμενη δημοκρατική κατάσταση. Στη δημοκρατία φθάνουμε μόνο μέσα από τη δημοκρατία, μέσα από πράξεις και εκπαιδεύσεις δημοκρατικές. Όπως ακριβώς στην ελευθερία φθάνουμε μόνο μέσα από την ελευθερία, όχι μέσα από δουλεία και υποταγή. Εάν η δημοκρατία χρειάζεται μία εκπαίδευση τότε αυτή δεν είναι η ολιγαρχική - η δημοκρατία δεν διδάσκεται μέσα από κόμματα και εκλογές, μέσα από αντιπροσωπεύσεις και αναθέσεις. Με άλλα λόγια, όσο δεν μπορούμε να πραγματοποιούμε εμείς οι ίδιοι την ιστορία μας, να δημιουργούμε ελεύθερα τους νόμους, να είμαστε η πηγή των σημασιών και των θεσμών, η ανάθεση σε «αντιπροσώπους» απομακρύνει ακόμη πιο πολύ τον στόχο της δημοκρατίας.   
Αυτό που τελικώς καθορίζει και δίνει μορφή στο άτομο δεν είναι τόσο οι σκέψεις του, οι επιθυμίες  ή οι φαντασιώσεις του όσο οι πράξεις του. Είμαστε και γινόμαστε αυτό που πράττουμε. Συνεπώς, στον πολιτικό χώρο όταν ψηφίζουμε είμαστε ψηφοφόροι και τίποτε άλλο. Οι ψηφοφόροι όμως είναι παθητικά ενεργούμενα και όχι πολίτες. Το ζήτημα είναι να γίνουμε πολίτες, να συμμετέχουμε στην εξουσία. Προς τούτο πρέπει να αλλάξουμε τους ισχύοντες θεσμούς. Αυτό μπορούμε να το επιτύχουμε μόνο σε μία περίπτωση: όταν δεν είμαστε οι θεσμοί, όταν δεν έχουμε εσωτερικεύσει τις κυρίαρχες σημασίες και τους θεσμούς. όταν υπάρχει μια απόσταση ανάμεσα σε εμάς και τους θεσμούς, σε εμάς και τις σημασίες του ολιγαρχικού συστήματος. Αυτή είναι η μόνη συνθήκη που μας επιτρέπει να σκεφθούμε διαφορετικά, να πράξουμε διαφορετικά για τον εκδημοκρατισμό του αποτυχημένου συστήματος.
Η βασική δημοκρατική αρχή  πραγματοποιείται όταν η κοινωνία έχει τη δυνατότητα να εκφρασθεί. Αυτό όμως γίνεται μόνο μέσα από θεσμούς. Η κοινωνία δεν μπορεί να παράσχει στον εαυτό της οτιδήποτε παρά μόνο μέσα από θεσμούς. Τέτοιοι θεσμοί σήμερα δεν υπάρχουν. τα κόμματα, οι εκλογές, οι αντιπρόσωποι και τα κοινοβούλια δεν επιτρέπουν στην κοινωνία να εκφρασθεί και να συμμετάσχει, διότι ως όργανα του ολιγαρχικού συστήματος, εμποδίζουν, αλλοτριώνουν και αλλοιώνουν τη βούλησή της. Μόνο μέσα από την πολιτική κοινωνική αυτοθέσμιση, μέσα από θεσμούς που θα ιδρύσει η ίδια η κοινωνία θα μπορέσει αυτή να ενημερωθεί ουσιαστικά, να εκφρασθεί, να διαβουλευθεί, να αποφασίσει, να γίνει δηλαδή υπεύθυνη.  Προς τον σκοπό αυτό δεν αρκούν μόνο οι διαδηλώσεις, οι πορείες, οι απεργίες που προτείνονται από την Αριστερά, ούτε  η αλλαγή κυβερνήσεων και προσώπων μέσα στο υπάρχον θεσμικό ολιγαρχικό πλαίσιο. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, αλλά η ολιγαρχία μένει. Χρειάζονται ριζικές αλλαγές στη νοοτροπία, στο φαντασιακό, στον τρόπο ζωής, στο αξιακό πλαίσιο, στις σημασίες που οργανώνουν τον κοινωνικό και πολιτικό βίο. Χρειάζεται το πρόταγμα της δημοκρατίας.