Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

ΟΝΟΜΑ ΧΩΡΙΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ



[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 6 Φεβρουαρίου 2018]
           
           
           Γιώργος Ν. Οικονόμου
            Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας


ΟΝΟΜΑ ΧΩΡΙΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

            Ο εθνικισμός, ο λαϊκισμός και η έλλειψη σοβαρότητας δεν έχουν τέλος για ένα μεγάλο τμήμα του κομματικού συστήματος και της νεοελληνικής κοινωνίας. Μετά το 1992 επανέρχεται το φάντασμα του «Μακεδονικού» και εγκλωβίζει συνειδήσεις, πολιτικές και πρακτικές. Όλα ξεκίνησαν το 1992 με τα εθνικιστικά, πατριδοκάπηλα και λαϊκιστικά συλλαλητήρια εναντίον της σύνθετης ονομασίας της γείτονος χώρας. Την ευθύνη έχουν οι πολιτικές εξουσίες, τα κόμματα πλήν ελαχίστων εξαιρέσεων, το βαθύ κράτος και ιδίως η ορθόδοξη Εκκλησία και ένα μέρος των διανοουμένων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των τελευταίων ήταν η περιβόητη «ανοικτή επιστολή» με τίτλο «Η ψυχή μας είναι το όνομά μας» των έξη προσωπικοτήτων (Ελύτης, Μερκούρη, Τσάτσος, Γεωργάκης, Μάνεσης, Αρβελέρ), προς την τότε ΕΟΚ τον Μάρτιο 1992.
            Η επιστολή αυτή ήταν έμπλεη εθνικισμού, μελλοντολογίας, συναισθηματικής φόρτισης και άλογης σκέψης. Η στοιχειώδης πολιτική σκέψη ήταν εντελώς απούσα, εξαφανισμένη από τον φορμαλισμό της ονομασίας. Το μόνο που κατάφερε η ενέργεια των έξη ήταν να τονώσει τον εθνικισμό και να συντελέσει στο παταγώδες αδιέξοδο στο ζήτημα της ονομασίας. Όποιος είχε διαφορετική άποψη εξοβελιζόταν με τον χαρακτηρισμό «εθνοπροδότης». Δημιουργήθηκε έτσι ένα κλίμα μισαλλοδοξίας και διχασμού καθόλη την μετέπειτα δεκαετία, το οποίο τονίσθηκε επί πλέον με την υστερία υπέρ των σφαγιαστών των Βαλκανίων Μιλόσεβιτς, Κάρατζιτς και Μλάντιτς, και συνεχίσθηκε με τον εθνοθρησκευτικό φανατισμό για το θρήσκευμα στις ταυτότητες, πρωτοστατούσης της Εκκλησίας υπό την καθοδήγηση του τότε αρχιεπισκόπου. Αυτή η νοσηρή κατάσταση οδήγησε τόσο στην ενδυνάμωση των ακραίων εθνικιστών και ακροδεξιών με κορύφωση την άνοδο των νεοναζιστών της Χρυσής Αυγής, όσο και στον αποπροσανατολισμό από την επικείμενη χρεοκοπία.        
            Η σημερινή κατάσταση πυροδοτήθηκε από τον κυβερνητικό εταίρο Π. Καμμένο, ο οποίος πιστός στον εθνικισμό-λαϊκισμό του δεν αποδέχεται την σύνθετη ονομασία. Η διαφωνία αυτή ενίσχυσε τους παραδοσιακούς εθνικιστές, θρησκειοκάπηλους και ακραίους ελλαδέμπορους. Είναι προφανές πως μία ενιαία κυβερνητική στάση στο θέμα και με την στήριξη της αντιπολίτευσης, εξαιρέσει των νεοναζιστών και των ακροδεξιών της ΝΔ, θα είχε λιγώτερες εθνικιστικές και λαϊκιστικές αντιδράσεις. Δυστυχώς ο Κυριάκος Μητσοτάκης φάνηκε τόσο λίγος, τόσο ανίκανος και υπετάχθη στα ακραία εθνικιστικά στοιχεία της ΝΔ, Γεωργιάδη και Βορίδη. Όμως με εθνικισμούς και ρητορείες δεν γίνεται πολιτική, απλώς δημιουργούνται μισαλλοδοξίες και διχασμοί - αυτή είναι η μάστιγγα του νεοελληνικού κομματικού και κοινωνικού βίου.
            Η πολιτική της κυβέρνησης υπονομεύθηκε αρχικώς εκ των ένδον. Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ ήξερε το ποιόν του ψεκασμένου εθνικιστή και θρησκειοκάπηλου Π. Καμμένου, όπως και το ποιόν του ανεκδιήγητου νάρκισσου και κλασαυχενιζόμενου πρώην υφυπουργού παιδείας. Τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος δεν έχουν κρυφτεί ποτέ. Εν τούτοις εν πλήρη συνειδήσει το κόμμα της Αριστεράς επέλεξε να συμβαδίσει μαζί τους, επιδεικνύοντας εμφανή κυνισμό, άμετρη φιλοδοξία για εξουσία, χωρίς αρχές, χωρίς πολιτική σύνεση και στοιχειώδη ιδεολογική ηθική. Ο ΣΥΡΙΖΑ πάσχει από ενσυνείδητο στρουθοκαμηλισμό και εφαρμόζει πλήρως την ιησουίτικη αρχή: ο σκοπός (η εξουσία) δικαιώνει τα μέσα. Αποδεικνύεται λοιπόν πως οι επίδοξοι σωτήρες και μαθητευόμενοι μάγοι του ΣΥΡΙΖΑ αποτελούν για μια ακόμη φορά πυροδότες εκρύθμων καταστάσεων. Έχει  αποδειχθεί, και θα φανεί σίγουρα και στο μέλλον, πως η μικροπολιτική και ιδιοτελής συνεργασία με τους ΑΝΕΛ είναι αιτία πολλών αδιεξόδων, τα οποία διευκολύνουν την άνοδο των ακροδεξιών. Ο αντίπαλος του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι η Ν.Δ., είναι ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ: η καταγωγική του αδυναμία να εκτιμήσει τις καταστάσεις, ο τακτικισμός, ο καιροσκοπισμός  και η άνευ αρχών πορεία του.    
                Από την άλλη, στο τελευταίο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης ακούσθηκαν πολλές εθνικιστικές λαϊκιστικές και ανιστόρητες ανακρίβιες, όπως «Η Μακεδονία είναι Ελλάδα», «Η Ελλάδα είναι Μακεδονία» και «Ελλάδα σημαίνει ορθοδοξία». Η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική. Η ελληνική Μακεδονία είναι ελληνική και η Ελλάδα δεν είναι Μακεδονία ούτε ορθοδοξία, αλλά πλήθος άλλων πραγμάτων. Άλλωστε αυτό που έχει ονομασθεί «ελληνοδυτικός πολιτισμός», έχει ως βασική συνιστώσα και απαρχή τη δημοκρατική Αθήνα και όχι τη Μακεδονία. Την Αθήνα με τις δημιουργίες της ισότητας, της ελευθερίας, της ισονομίας, της παρρησίας, της ισηγορίας, της δημοκρατίας, της φιλοσοφίας. Αντιθέτως, η Μακεδονία δεν προσέφερε τίποτε στον δημοκρατικό, πολιτικό, δικαιικό και πνευματικό πολιτισμό της ανθρωπότητας. Υπήρξε απολύτως μοναρχική με ανελεύθερο πολιτικό σύστημα και στρατιωτική κατακτητική «ιδεολογία». Επί πλέον υποδούλωσε τις ελληνικές πόλεις και διέλυσε το δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας, με αποτέλεσμα την ολοσχερή επικράτηση ανελεύθερων και αντιδημοκρατικών καθεστώτων σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο.
            Οι ανερμάτιστες εθνικιστικές αντιδράσεις αποδεικνύουν ότι ένα μέρος του πολιτικού συστήματος και της νεοελληνικής κοινωνίας παραμένει δέσμιο παρωχημένων ιδεολογημάτων, δεν μπορεί να γειωθεί στην ιστορική πραγματικότητα, ταυτιζόμενο φανταστικώς με ένα όνομα. Δυστυχώς αυτό που έχει μείνει στη σημερινή νεοελληνική πραγματικότητα είναι μόνο το όνομα, χωρίς κανένα ουσιαστικό περιεχόμενο, χωρίς αξίες δημοκρατικές, δημιουργικές και πολιτισμικές, χωρίς ανθρωποκεντρικά και κοινωνιοκεντρικά νοήματα. Μόνο εθνικιστικές, θρησκευτικές φαντασιώσεις, κομματικά, ατομικά συμφέροντα. Σε αντίθεση με το ιδεολόγημα των έξη πως «Η ψυχή μας είναι το όνομα μας» η πραγματικότητα είναι διαφορετική: αυτό που υπάρχει είναι μόνο ένα όνομα γυμνό, χωρίς ψυχή, χωρίς ουσία. Nomina nuda tenemus.
            
         
                  ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ
                         (7/2/2018)
           
         Επειδή το παραπάνω κείμενο γράφτηκε πολύ πρίν από το εθνικιστικό συλλαλητήριο της Αθήνας στις 4/2/2018 προσθέτω την παρακάτω σύντομη σημείωση.       
            Η πλήρης πολιτική εξαθλίωση του Μίκη Θεοδωράκη, η οποία είχε ξεκινήσει από το 1974 στη Μεταπολίτευση, φάνηκε στη συμμετοχή του στο εθνικιστικό συλλαλητήριο της Αθήνας και στο περιεχόμενο της ομιλίας του. Μαζί με τον άλλον ομιλητή στο συλληλητήριο της Θεσσαλονίκης, τον  ακροδεξιό απόστρατο Φραγκούλη Φράγκο, αποτελούν το δίδυμο του εθνικισμού, της μισαλλοδοξίας, της συνωμοσιολογίας και του ρατσισμού, τα οποία είναι παράγοντες που ευνοούν την άνοδο του φασισμού. Αξίζουν λοιπόν τα εύσημα του γιου Σκαλούμπακα και του Κασιδιάρη, τα οποία και έλαβαν. Μη χειρότερα...
            (Ο Σκαλούμπακας ήταν ο γνωστός αρχιβασανιστής στο στρατόπεδο της Μακρονήσου στην περίοδο του εμφυλίου).
            Η αλλοπρόσαλλη πολιτική πορεία τού παγκοσμίως γνωστού μουσικοσυνθέτη ξεκίνησε αμέσως με την Μεταπολίτευση του 1974, όταν τάχθηκε υπέρ του «μονόδρομου» Κωνσταντίνου Καραμανλή με το γνωστό «Καραμανλής ή τάνκς». Μετά περιηγήθηκε σε όλα σχεδόν τα πολιτικά κόμματα (ΚΚΕ εσωτερικού, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΝΔ) τα οποία διαδοχικώς τα έβριζε, αλλά μετά τα δεχόταν και προσχωρούσε σε αυτά. Έτσι ενώ έβριζε την ΚΝΕ έγινε μετά βουλευτής του ΚΚΕ, ενώ έβριζε τη ΝΔ έγινε βουλευτής της ΝΔ επί Κ. Μητσοτάκη, ο οποίος τον έκανε υπουργό άνευ χαρτοφυλακίου.
            Όταν δε έγινε η δολοφονία του καθηγητή Τεμπονέρα στην Πάτρα το 1991 από το στέλεχος της ΟΝΝΕΔ Καλαμπόκα, ο υπουργός της ΝΔ Μίκης Θεοδωράκης απέδωσε τις ευθύνες στο ΠΑΣΟΚ! Υποστήριξε ακόμα και τον χουντικό αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, ενώ ο τελευταίος έσπερνε επί μία δεκαετία, με τον λαϊκισμό και τη δημαγωγία του, τα μισαλλόδοξα, διχαστικά,  εθνικιστικά και επικίνδυνα  κηρύγματά του.  Προσεχώρησε επί πλέον και στον αντισημιτισμό...  

Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

ΟΙ ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΟΥ ΛΑΤΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ



[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 29 Ιανουαρίου 2018]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας
oikonomouyorgos.blogspot.com


ΟΙ ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΟΥ ΛΑΤΟΥΣ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ


Για το βιβλίο του Serge Latouche
Κορνήλιος Καστοριάδης. Ριζοσπαστική αυτονομία
Οι εκδόσεις των συναδέλφων, Αθήνα, 2014.

            Στο βιβλιαράκι του αυτό ο Serge Latouche (Σερζ Λατούς) προσπαθεί, όπως δηλώνει και ο τίτλος, να παρουσιάσει την «ριζοσπαστική αυτονομία» του Κορνήλιου Καστοριάδη. Αυτό όμως που επιτυγχάνει είναι η διαστρέβλωση των απόψεών του, όπως θα φανεί στη συνέχεια. Ένα πρώτο παράδειγμα μπορεί να δώσει μία γεύση για τις προβληματικές απόψεις που διατυπώνει ο Latouche. Ενώ σωστά αναφέρει πως ο ίδιος ο Καστοριάδης θεωρεί ότι το πρόταγμα της αυτονομίας δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην οντολογία, εν τούτοις γράφει πως «φιλοσοφικό θεμέλιο του προτάγματος είναι μια οντολογία» (σ. 15). Πλήρης σύγχυση δηλαδή! Αυτό που μπορεί να λεχθεί εν προκειμένω είναι ότι η φιλοσοφική οντολογία του Καστοριάδη για το Είναι θεωρούμενο ως προς-Είναι, για τη δημιουργία εκ του μηδενός και τη φαντασιακή αυτοθέσμιση της κοινωνίας είναι ένα πιθανό θεωρητικό επιχείρημα, μια φιλοσοφική στήριξη του προτάγματος της αυτονομίας – και όχι το θεμέλιό του. Δεν μπορεί να υπάρξει οντολογική, φιλοσοφική ή θεωρητική θεμελίωση του προτάγματος και κάθε πολιτικής. Η μόνη θεμελίωσή του είναι η επιθυμία και η πράξη των ανθρώπων με κοινωνική κινητοποίηση.  Ο θεωρητικός θεμελιωτισμός αποτέλεσε την αυταπάτη αρκετών φιλοσόφων, όπως λ.χ. του Πλάτωνα και του Μαρξ.
            - Ήδη από το πρώτο κεφάλαιο ο Latouche επιχειρεί να απαξιώσει το όραμα και την πολιτική πρόταση του Καστοριάδη, χρησιμοποιώντας την φράση «απτή ουτοπία της άμεσης δημοκρατίας» (σ. 10,11). Χρησιμοποιεί ως στήριξη και σχετική άποψη του Gilles Labelle (σ. 14). Ωστόσο, ουτοπία σημαίνει κάτι το οποίο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, που δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα, που δεν είναι εφικτό, αλλά φανταστική κατασκευή. Η ουτοπία σχεδιάζει έναν κόσμο τέλειο, τελειωμένο, παγιωμένο, ιδανικό, ακίνητο. Αντιθέτως, οι απόψεις του Καστοριάδη σκιαγραφούν έναν κόσμο που βρίσκεται στον αντίποδα της ουτοπίας, με κύρια χαρακτηριστικά την κίνηση και την αλλαγή, προερχόμενο από την ανθρώπινη δημιουργία, την ελεύθερη αυτόνομη δραστηριότητα και υποκείμενο στην διαρκή διερώτηση, στον διαρκή αναστοχασμό και την συνεχή επανεπεξεργασία. Δεν υπάρχει δηλαδή στη σκέψη του ένα απόλυτο παγιωμένο σύστημα, ένα τέλος, αλλά κάθε τέλος είναι μία αρχή για διαρκή ρητή αυτοθέσμιση. Η πρωτοτυπία του Καστοριάδη συνίσταται στο ότι η πολιτική που προτείνει μπορεί να φέρει αλλαγές που δεν εισέρχονται στον  χώρο της ουτοπίας. Οι απόψεις του ριζώνουν στην πραγματικότητα και στις σημαντικές πολιτικές στιγμές που αναδύθηκαν στη δυτική Ιστορία και αποτέλεσαν εκφράσεις του προτάγματος της αυτονομίας.
            Η άμεση δημοκρατία δεν είναι ουτοπία, διότι πραγματοποιήθηκε, έστω μερικώς, στην αρχαία Αθήνα και σε άλλες αρχαιοελληνικές πόλεις. Όταν επίσης στους μετέπειτα χρόνους οι άνθρωποι προσπάθησαν αρκετές φορές να διεκδικήσουν μαζικά στην κεντρική πολιτική σκηνή μια άλλη θέσμιση, οργανώθηκαν και έδρασαν στηριζόμενοι στην άμεση δημοκρατία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι επαναστάσεις στην Νεωτερικότητα του 17ου-18ου αιώνα, που σημαδεύτηκαν από την είσοδο στο προσκήνιο των κατωτέρων στρωμάτων για ελευθερίες και ανθρώπινα δικαιώματα, με συνελεύσεις και επιτροπές πολιτών, καθώς επίσης αργότερα οι διεκδικήσεις των εργατών με την αυτοοργάνωσή τους, τις συνελεύσεις, τη δημιουργία των συμβουλίων και των συνδικάτων. Εάν το πρόταγμα της δημοκρατίας δεν είναι σήμερα υπαρκτό, δεν σημαίνει ότι είναι ουτοπία, απλώς δεν υπάρχει ακόμα, ούτε κανείς μπορεί να προδικάσει ότι αυτό δεν θα υπάρξει, αφού η ιστορία είναι απρόβλεπτη δημιουργία νέων μορφών και περιεχομένων και οι κοινωνίες συγκροτούνται με φαντασιακή αυτοθέσμιση. Ο Καστοριάδης τονίζει πως η αυτονομία δεν είναι ουτοπία, αλλά πρόταγμα και δυνατότητα του ανθρωπίνου όντος.
            Άντιθέτως, η πρόταση της απομεγέθυνσης («αποανάπτυξης» για τους οπαδούς της στην Ελλάδα) δεν έχει γίνει ποτέ και πουθενά πρόταγμα κοινωνικό.[1] Στο πνεύμα που εισήγαγε ο  Latouche, θα μπορούσε να λεχθεί ότι η απομεγέθυνση είναι «απτή ουτοπία», διότι πρώτον, αυτή δεν έχει υπάρξει ποτέ στην Ιστορία και δεύτερον, δεν έχει δημιουργηθεί ένα σημαντικό κοινωνικό πολιτικό κίνημα που να την υποστηρίζει. Επί πλέον, η πρόταση αυτή προϋποθέτει την ανατροπή του καπιταλισμού (σ. 48). Όμως ο καπιταλισμός εδώ και τρεις αιώνες είναι κυρίαρχος και δεν έχει ανατραπεί από κινήματα με δημοκρατικό όραμα και προσανατολισμό. Όταν αυτός ανατράπηκε, εγκαθιδρύθηκαν ανελεύθερα, αντιδημοκρατικά, μονοκομματικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα, χωρίς επί πλέον κανένα πρόγραμμα απομεγέθυνσης. Η μεγάλη έλλειψή τους ήταν η άμεση δημοκρατία, έλλειψη που χαρακτηρίζει και την πρόταση της απομεγέθυνσης. Το περίεργο είναι ότι ο Latouche δεν αναρωτιέται κάν αν το όραμά του είναι ουτοπία, απαξιώνει μόνο το όραμα του Καστοριάδη. Καλό είναι να θυμηθούμε πως ο σοσιαλισμός, ο κομμουνισμός και η μαρξική αταξική κοινωνία υπήρξαν, μαζί με τον αναρχισμό, οι μεγάλες ουτοπίες του 19ου και 20ου αιώνα. 
            Η δημοκρατία είναι μια ιδέα και πρακτική που έχει καταγωγή αιώνων, και εντάσσεται στο πρόταγμα της αυτονομίας. Ενώ η απομεγέθυνση επινοήθηκε από τον Latouche και κάποιους άλλους στις αρχές του 21ου αιώνα ως συμπλήρωμα ή αντικατάσταση του αποτυχημένου σοσιαλισμού και της φθαρμένης οικολογίας. Είναι δε υποκατάστατο πολιτικής, όπως ήταν ο σοσιαλισμός, o κομμουνισμός, η οικολογία. Επί πλέον, οι οπαδοί της απομεγέθυνσης αποπροσανατολίζουν από τον στόχο της δημοκρατίας, διότι, δίνοντας προτεραιότητα σε επί μέρους εγχειρήματα οικονομικά, κοινωνικά, οικολογικά, και στην ψευδαίσθηση των λεγόμενων «αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών», φαίνεται να μην ενδιαφέρονται για αυτόνομη κεντρική πολιτική και αφήνουν εντελώς ελεύθερες τις κυρίαρχες κομματικές δυνάμεις να λυμαίνονται το πολιτικό πεδίο. Αυτό φαίνεται σαφέστατα στην έλλειψη ριζοσπαστικής κριτικής εκ μέρους τους στο πολιτικό σύστημα, στα κόμματα της Αριστεράς και στην αντιπροσώπευση. Η μόνη κριτική στην οποία επιδίδονται είναι η γενική αριστερή κριτική στον καπιταλισμό, η οποία είναι εν τέλει ακίνδυνη για το σύστημα, διότι δεν μπορεί να συγκροτήσει κοινωνικο-πολιτικό κίνημα.      
            - Στο πλαίσιο αυτό ο Latouche προσπαθεί να απαξιώσει την αθηναϊκή δημοκρατία, διότι αυτή αποτελεί κύρια έμπνευση για τον Καστοριάδη και είναι η απτή ιστορική απόδειξη της άμεσης δημοκρατίας. Έτσι, ενώ ο Καστοριάδης γράφει πως η δημοκρατία προϋποθέτει μία κοινωνία στην οποία δεν ισχύει το εξ αποκαλύψεως δόγμα, ο Latouche αμφισβητεί αν αυτό ίσχυε στην αθηναϊκή κοινωνία του 5ου αιώνα (σ. 24). Ο Latouche κάνει λάθος, διότι στην αρχαία Ελλάδα γενικώς δεν ίσχυε το εξ αποκαλύψεως δόγμα, δεν υπήρχε κάποια θρησκευτική αυθεντία που να υπαγορεύει κανόνες ατομικής και συλλογικής συμπεριφοράς. Ο θεός ως πηγή των νόμων και ως πολιτική αυθεντία εισάγεται από τον Πλάτωνα στα μέσα του 4ου αιώνα, και φυσικά οι απόψεις του αφορούν τη φιλοσοφία και όχι την ίδρυση θρησκείας και επί πλέον δεν έγιναν κυρίαρχη αντίληψη παρά μόνο μετά το τέλος της αθηναϊκής δημοκρατίας στους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους. Το εξ αποκαλύψως δόγμα κυριάρχησε βεβαίως με την άνοδο και την βίαιη επιβολή του χριστιανισμού από τον 4ο μ.Χ. αιώνα και καθόλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα.
            Ο Latouche αναρωτιέται επίσης: «Ακόμα και αν επί της ουσίας συμφωνούμε με την οπτική του Καστοριάδη, δεν πρέπει να αναγνωρίσουμε ένα κομμάτι ετερονομίας στους αρχαίους Έλληνες;» (σ. 25). Δηλαδή, αποδίδει στον Καστοριάδη την λανθασμενη αντίληψη ότι δεν υπήρχε ετερονομία στην αρχαία Ελλάδα. Φυσικά και υπήρχε ετερονομία και ο Καστοριάδης την αναγνώριζε στις ολιγαρχικές και αριστοκρατικές πόλεις, που ήταν η συντριπτική πλειονότητα στην αρχαία Ελλάδα. Ο Latouche φαίνεται να έχει ελλιπή γνώση τόσο της αρχαίας Ελλάδας όσο και κάποιων απόψεων του Καστοριάδη. Αυτό τεκμαίρεται και από άλλα κείμενά του στα οποία έχω ασκήσει κριτική.[2]       

            - Επίσης ο Latouche, αναφερόμενος στις πολιτικές απόψεις του Καστοριάδη, χρησιμοποιεί λανθασμένα τον όρο «σοσιαλισμός» (σ. 18). Όμως ο Καστοριάδης είχε εγκαταλείψει τον όρο αυτόν από το 1979 στο κομβικό κείμενό του «Σοσιαλισμός και αυτόνομη κοινωνία» και τον είχε αντικαταστήσει με τον όρο «αυτόνομη κοινωνία». Αλλά και όταν ο συγγραφέας της Φαντασιακής θέσμισης της κοινωνίας χρησιμοποιούσε τον όρο «σοσιαλισμός» πριν από το 1979, δεν εννοούσε αυτά που εννοούσαν οι ποικίλοι αριστεροί, σοσιαλιστές και κομμουνιστές, τότε και σήμερα. Το περιεχόμενο του όρου «σοσιαλισμός» για τον Καστοριάδη ήταν η αυτόνομη κοινωνία με βάση την άμεση δημοκρατία. Ο Latouche συμπεριφέρεται σαν να μην έγινε καμία αλλαγή στο έργο του Καστοριάδη από το 1979 έως το θάνατό του και επαναφέρει τον απαξιωμένο και αδόκιμο όρο «σοσιαλισμός».
            Επί πλέον ο Latouche ταυτίζει την αυτόνομη κοινωνία με έννοιες που δεν χρησιμοποίησε ποτέ ο Καστοριάδης, όπως «οικοσοσιαλισμός» και «απομεγέθυνση». Γράφει: «Στις σημερινές συνθήκες η αυτόνομη κοινωνία δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο παρά ένας οικοσοσιαλισμός, με άλλα λόγια η προσπάθεια για την δημιουργία μιας κοινωνίας της απομεγέθυνσης» (σ. 18). Όμως αυτή η άποψη είναι λανθασμένη και δημιουργεί συγχύσεις. Ο Καστοριάδης, όπως αναγνωρίζει και ο ίδιος ο Latouche, ήταν από τους προδρόμους της απομεγέθυνσης, από τους πρώτους που επισήμαναν τους κινδύνους από την αλόγιστη και συνεχή οικονομική μεγέθυνση, από την απεριόριστη «ορθολογική» κυριαρχία του καπιταλισμού και την αυξανόμενη κατανάλωση. κατήγγειλε δε την λεηλασία των φυσικών πόρων και την καταστροφή του κοινωνικού και ανθρωπίνου περιβάλλοντος που είχαν ως κύριο και μοναδικό σκοπό το κέρδος. Για να εκλείψουν αυτά ο Καστοριάδης έβλεπε ως αναγκαίο μέσον την κινητοποίηση των ανθρώπων για θεσμικές αλλαγές με βάση το πολιτικό πρόταγμα της δημοκρατίας και της αυτονομίας. Από το 1979 και μετά δεν έθεσε ποτέ ως κύριο πολιτικό στόχο τον «οικοσοσιαλισμό» και την «απομεγέθυνση», αλλά την άμεση δημοκρατία. Η αυτόνομη κοινωνία έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την άμεση δημοκρατία, και όχι την απομεγέθυνση. Το πολιτικό πρόταγμα έχει προτεραιότητα στη σκέψη του Καστοριάδη και έπονται οποιεσδήποτε άλλες οικονομικές αλλαγές και ανατροπές.
            Πράγματι, ο Καστοριάδης πιστεύει πως, για να αναδυθεί το πρόταγμα της αυτονομίας αναγκαία προϋπόθεση είναι το σημερινό άτομο να θελήσει να γίνει πολίτης, δηλαδή να συμμετέχει στην εξουσία, στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων. Αλλά πολίτης δεν γεννιέσαι, γίνεσαι. Και γίνεσαι  μαθαίνοντας. μαθαίνεις να είσαι πολίτης, συμμετέχοντας στις πολιτικές διεργασίες και στους θεσμούς της κοινότητας. Ωστόσο αυτό δεν είναι πλήρως εφικτό παρά μόνον μέσα σε μία δημοκρατική κοινωνία. Ο Latouche φαίνεται να πιστεύει πως αυτό επιτυγχάνεται στην  «κοινωνία της απομεγέθυνσης». Παρερμηνεύει δηλαδή την καστοριαδική έννοια της δημοκρατίας και της αυτονομίας, και δίνει προτεραιότητα στην «κοινωνία της απομεγέθυνσης». Οι αντιλήψεις όμως που θα φέρουν αυτή την κοινωνία μόνο σε μιά δημοκρατική κοινωνία μπορούν να συζητηθούν, να αντιπαρατεθούν και να αποκτηθούν, και όχι αντίστροφα, όπως πιστεύει ο Latouche.  
            Ο Καστοριάδης πίστευε σταθερά πως τα διάφορα εγχειρήματα (οικολογία, οικονομικές-κοινωνικές κινήσεις, απομεγέθυνση) έχουν νόημα μόνον όταν συμπράξουν με ένα πολιτικό πρόταγμα, όταν ενταχθούν σε μία πολιτική προοπτική για ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος, πράγμα που λείπει εκκωφαντικά από τη σκέψη του Latouche και των οπαδών της απομεγέθυνσης. Αν και ο Latouche αναφέρει την άποψη του Καστοριάδη, ότι οι θέσεις της οικολογίας (και της απομεγέθυνσης) δεν είναι δυνατές παρά μόνο με ένα ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος, εν τούτοις η πολιτική πρότασή του μένει εγκλωβισμένη στα πλαίσια του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος, στη σοσιαλδημοκρατία και την παραδοσιακή Αριστερά. Γι αυτό άλλωστε αναφερόμενος στα σημερινά κοινοβουλευτικά πολιτεύματα τα ονομάζει «αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες» (σ. 20), διαφοροποιούμενος πλήρως και σε αυτό το σημείο από τον Καστοριάδη, ο οποίος θεωρούσε ότι τα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα είναι ολιγαρχικά.   
            - Ένα άλλο προβληματικό σημείο στο βιβλιαράκι αυτό του Latouche, που σχετίζεται με το προηγούμενο, εκφράζεται στο ακόλουθο χωρίο: «Η κοινωνία της απομεγέθυνσης, όπως και η αυτόνομη κοινωνία του Καστοριάδη, δεν μπορεί να συλληφθεί χωρίς έξοδο από τον καπιταλισμό» (σ. 48). Η άποψη αυτή επαναφέρει την παλαιά αποτυχημένη πρόταση του Μαρξ και του μαρξισμού για ανατροπή του καπιταλισμού και εγκαθίδρυση του «σοσιαλισμού», η οποία οδήγησε σε θλιβερά αποτελέσματα εκατομμύρια ανθρώπων σε όλον τον κόσμο. Δίνει προτεραιότητα στην παραγωγή και στην οικονομία, ενώ ο Καστοριάδης δίνει προτεραιότητα στην πολιτική, με την έννοια ότι αυτό που προέχει είναι η αυτοοργάνωση και ο αυτοκαθορισμός της κοινωνίας με σκοπό την αυτοκυβέρνηση στη βάση της πολιτικής ισότητας. Η οικονομική ισότητα και η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής έπονται, διότι θα πρέπει να αποφασισθούν από μια δημοκρατική κοινωνία, κατόπιν επαρκούς ενημέρωσης, πληροφόρησης, συζήτησης και διαβούλευσης.
            - Τέλος, για να στηρίξει την πρότασή του για απομεγέθυνση ο Latouche φτάνει μέχρι του σημείου να αλλάξει εμμέσως, χωρίς επιχειρηματολογία, τη βασική αρχή του Καστοριάδη «Αυτονομία ή Βαρβαρότητα», αντικαθιστώντας την με τη δική του «Απομεγέθυνση ή Βαρβαρότητα» (σ. 57). Το ίδιο έχει κάνει και ένας άλλος υπέρμαχος της απομεγέθυνσης, ο Paul Ariès, στο βιβλίο του Décroissance ou Barbarie (2005). Θα περίμενε κανείς μία εμπεριστατωμένη δικαιολογία ή επιχειρηματολογία , αλλά δυστυχώς αυτή δεν υπάρχει στους συγγραφείς της απομεγέθυνσης.

            Ανακεφαλαιώνοντας: ο Latouche στο βιβλιαράκι αυτό προσπαθεί χωρίς επιχειρηματολογία να απαξιώσει σημαντικές ιδέες του Καστοριάδη, όπως την άμεση δημοκρατία, την αντίληψή του για την αρχαία Ελλάδα, την αθηναϊκή δημοκρατία, δημιουργώντας επί πλέον συγχύσεις για το πρόταγμα της αυτονομίας, για τον σοσιαλισμό, τα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα και την ανατροπή του καπιταλισμού. Τελικώς αυτό που κάνει ο Latouche είναι η χρησιμοποίηση του Καστοριάδη ως οχήματος για να κυκλοφορήσει τις δικές του ιδέες περί  απομεγέθυνσης, παρερμηνεύοντας και αλλοιώνοντας όμως τις απόψεις του φιλοσόφου. Η μέριμνά του να κωδικοποιήσει και να στηρίξει τις απόψεις του τον οδηγεί σε εκτροπή των ιδεών τού φιλοσόφου στο κανάλι της απομεγέθυνσης, πράγμα που οδηγεί σε υπερχείλιση. Η εικόνα του Καστοριάδη που δίνει ο  Latouche είναι αποκαθαρμένη από την ουσία της αυτονομίας, δηλαδή την άμεση δημοκρατία, και περαιτέρω απονευρωμένη από την πολιτική της διάσταση.  
            Πλην όμως, η φιλοσοφία του Καστοριάδη είναι πρωτίστως και ουσιωδώς πολιτική, καθιστά το ανθρώπινο όν ξανά πολιτικό, προσεγγίζοντας το αριστοτελικό «ο ανθρωπος ζώον πολιτικόν» με έναν ριζοσπαστικό τρόπο, ενώ οι ιδέες του για την ατομική και συλλογική αυτονομία είναι πολιτικές και όχι οικονομίστικες, ηθικές ή αριστερές. Επομένως, είναι καλό αυτές να αναζητούνται στα ίδια τα κείμενα του φιλοσόφου και όχι σε ανεπαρκείς αναλυτές και επίδοξους σφετεριστές που τον χρησιμοποιούν φιλτράροντάς τον για ίδιον όφελος. Το δίλημμα που έθεσε ο Καστοριάδης παραμένει: «Αυτονομία ή βαρβαρότητα».      
        


[1] Για τον λόγο αυτό είναι λάθος να γίνεται λόγος για «πρόταγμα της απομεγέθυνσης» όπως στις σελ. 17, 46. Το πρόταγμα, στην προσέγγιση του Καστοριάδη, δεν είναι μόνο πρόταση, ιδέα ή επιθυμία, είναι και πράξη, όχι μόνο από άτομα και ομάδες, αλλά πράξη κοινωνικο-πολιτική από μεγάλα τμήματα της κοινωνίας που αγωνίζονται για την επίτευξη της επιθυμίας ή της πρότασης. Το πρόταγμα δηλαδή εκφράζεται από ένα μαζικό κίνημα στην κεντρική πολιτική σκηνή.  
[2] Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Άμεση δημοκρατία. Αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες, Παπαζήσης, 2014, σ. 207.