Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2018

Η ΒΑΣΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΚΟΡΝΗΛΙΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ



[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 28 Δεκεμβρίου 2017]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας
oikonomouyorgos.blogspot.com
           
            Η ΚΥΡΙΑ ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
          ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΚΟΡΝΗΛΙΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ

            Είκοσι χρόνια μετά τον θάνατο του Κορνήλιου Καστοριάδη (1922-1997) το πολύπτυχο έργο του παραμένει εξαιρετικά γόνιμο και επίκαιρο για σύγχρονες αναζητήσεις. Η φιλοσοφική του προσφορά είναι σημαντική, όπως επίσης η ψυχαναλυτική και η πολιτική του παρακαταθήκη. Ιδιαιτέρως η πολιτική ανάλυσή του περιέχει μία δυναμική πρόταση για τις σημερινές δύσκολες συνθήκες, μετά την αποτυχία των κυρίαρχων θεωρητικών αφηγήσεων και πολιτικών πρακτικών.
            Πράγματι, η απόληξη των κομμουνιστικών κρατών σε ανελεύθερα και ολοκληρωτικά καθεστώτα δηλώνει με εμφατικό τρόπο την αποτυχία της μαρξικής-μαρξιστικής θεωρίας και πρακτικής που αποτέλεσαν την επίσημη ιδεολογία των καθεστώτων αυτών καθώς και το ιδεώδες της Αριστεράς σε όλον τον κόσμο. Από την άλλη, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, και ιδιαιτέρως οι χρεοκοπίες ευρωπαϊκών χωρών, αναδεικνύουν με χαρακτηριστικό τρόπο την αποτυχία του αντιπροσωπευτικού συστήματος στις συνθήκες του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Από αυτές τις αρνητικές εμπειρίες αναδεικύεται η ανάγκη για ένα άλλον προσανατολισμό και μία άλλη πολιτική. Στοιχεία μιας τέτοιας πολιτικής  βρίσκονται στο έργο του Καστοριάδη.
            Η κριτική του Καστοριάδη τόσο στα κομμουνιστικά καθεστώτα, την μαρξική ιδεολογία και την Αριστερά όσο και στον καπιταλισμό και την αστική αντιπροσώπευση συμβαδίζει με την πρόταση μιας άλλης κοινωνίας, αυτόνομης και δημοκρατικής. Το ζήτημα όμως είναι με ποιον τρόπο θα ανοίξει ο δρόμος προς αυτήν, πράγμα που θέτει με επιτακτικό τρόπο την αναζήτηση  μιας δημοκρατικής πολιτικής. Για να χαραχθεί όμως μία τέτοια πολιτική θα πρέπει να διευκρινισθεί ένα κομβικό σημείο: ποια είναι η κύρια διαίρεση που υπάρχει μέσα στην κοινωνία.
      Ο Καστοριάδης θεωρεί πως η βασική διαίρεση δεν είναι αυτή που νόμιζε ο Μαρξ ανάμεσα στις «παραγωγικές δυνάμεις» και τις «παραγωγικές σχέσεις», ανάμεσα στους κατόχους των μέσων παραγωγής και στους εργαζομένους σε αυτά, ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Η βασική διαίρεση, το βασικό σχίσμα μέσα στην κοινωνία, βρίσκεται ανάμεσα σε διευθύνοντες και σε εκτελεστές, σε αυτούς που λαμβάνουν τις αποφάσεις και σε εκείνους που εκτελούν τις αποφάσεις. Το σχίσμα αυτό βρίσκεται παντού σε όλους τους τομείς του οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού βίου, σε εργοστάσια, επιχειρήσεις, κρατικές υπηρεσίες, κόμματα, συνδικάτα και φυσικά στην πολιτική σκηνή, στην οποία δεσπόζει το σχίσμα ανάμεσα σε κυβερνήτες και εκτελεστές, ανάμεσα στην εξουσία και στην κοινωνία. Η διαίρεση αυτή έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της συντριπτικής πλειονότητας των ανθρώπων από τις αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον και τη ζωή τους. Το σχίσμα αυτό ανάμεσα σε διευθυντές και εκτελεστές, επιτυγχάνεται στα σημερινά αντιπροσωπευτικά συστήματα με τις εκλογές, τα κόμματα και την αντιπροσώπευση, ενώ στα κομμουνιστικά με την πλήρη αυταρχική κυριαρχία του μοναδικού μονολιθικού Κομμουνιστικού Κόμματος.
       Η θέση αυτή για τη βασική διαίρεση επαναλαμβάνεται από τον Καστοριάδη διαρκώς, ήδη από το πρώτο τεύχος του Socialisme ou Barbarie το 1949, και βασίζεται στην αντίληψη πως κεντρική δομή της σύγχρονης κοινωνίας δεν είναι η καπιταλιστική αγορά, αλλά η γραφειοκρατική–ιεραρχική οργάνωση, η οποία είναι η ρίζα της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης και της αλλοτρίωσης. Η διαίρεση αυτή είναι η αιτία ύπαρξης και δημιουργίας της γραφειοκρατίας. Η γραφειοκρατία, γράφει ο Καστοριάδης, όχι μόνο η κρατική, αλλά και μέσα στην επιχείρηση, είναι μία  δομή εξουσίας και όχι μία οικονομική δομή όπως θεωρούσε ο οικονομιστής Μαρξ. Έτσι η ουσιαστική κατηγορία για τη σύλληψη των κοινωνικών σχέσεων είναι το σχίσμα ανάμεσα σε διευθύνοντες και σε εκτελεστές.  
      Από αυτή τη θέση συνεπάγεται άμεσα η προτεραιότητα της πολιτικής έναντι της οικονομίας, σε αντίθεση πάλι με την μαρξική προτεραιότητα του οικονομικού έναντι του πολιτικού. Η προτεραιότητα της πολιτικής σημαίνει ότι προέχει η αλλαγή του πολιτικού συστήματος με κατάργηση της διαίρεσης ανάμεσα σε διευθύνοντες και σε εκτελεστές, άρα  με πολιτική ισότητα όλων των ατόμων, με τη συμμετοχή τους στην εξουσία, στη λήψη των αποφάσεων και στη θέσπιση των νόμων. Έτσι για να εξαφανισθεί το κύριο σχίσμα ανάμεσα σε διευθύνοντες και  εκτελεστές ένα τρόπος υπάρχει, η κατάργηση των διευθυνόντων ως ξεχωριστό στρώμα. Δηλαδή αυτοί που μέχρι τώρα απλώς εκτελούν πρέπει να συμμετέχουν στη διεύθυνση, στη διαμόρφωση της ζωής τους. Εδώ λοιπόν προκύπτει η ανάγκη για άμεση δημοκρατία, η οποία εξασφαλίζει την ταύτιση εξουσίας και κοινωνίας, την ταύτιση του πολιτικού με το κοινωνικό σώμα. Είναι άλλωστε το μόνο πολίτευμα στο οποίο υπάρχει η ταύτιση αυτή, ενώ σε όλα τα άλλα πολιτεύματα διατηρείται το σχίσμα εξουσίας και κοινωνίας. Η κατάργηση της διαίρεσης αυτής είναι επίσης προϋπόθεση για την κατάργηση της εκμετάλλευσης, για την οποία κόπτονται πολύ οι ποικίλες αριστερές ιδεολογίες.
      Από το 1957 ο Καστοριάδης έγραφε ότι η εγκαθίδρυση μιας άλλης κοινωνίας έχει άμεσο επακόλουθο την κατάργηση της διαίρεσης μέσα στην κοινωνία ανάμεσα σε μία τάξη διευθυνόντων και σε μία τάξη εκτελεστών. Το ουσιαστικό ζήτημα, λοιπόν, για τον Καστοριάδη είναι η κυριαρχία του πλήθους, των πολλών, πρωτίστως στο πολιτικό επίπεδο, η πολιτική ισότητα. Με βάση αυτό το κομβικό στοιχείο μπορεί να χαραχθεί μία δημοκρατική πολιτική.



Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ. ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ



[Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Documento, 23-24 Δεκεμβρίου 2017]


ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Δρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

 


ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ.
ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ*  


Το έργο του Κορνήλιου Καστοριάδη (1922-1997), ενός από τους πιο σημαντικούς στοχαστές του 20ου αιώνα, εξακολουθεί να αποτελεί πηγή συζητήσεων, κριτικών αναγνώσεων και εμπνεύσεων. Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά, διότι το έργο του, πολυσχιδές και πολυπρισματικό, άνοιξε νέους ριζοσπαστικούς δρόμους στη φιλοσοφία, στην κοινωνική και πολιτική θεωρία, στην ψυχανάλυση και στην πολιτική. Ήδη από τα χρόνια του περιοδικού Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα (1949-1965), οι ρηξικέλευθες ιδέες και αναλύσεις του διερρήγνυαν τον ασφυκτικώς κλειστό χώρο της πολιτικής θεωρίας και πράξης, τον εγκλωβισμένο τόσο στην ιδεολογία και πρακτική της αντιπροσώπευσης, των εκλογών και των κομμάτων, όσο και  στη μαρξική-μαρξιστική ιδεολογία και στις πρακτικές των σοσιαλιστικών ή κομμουνιστικών κομμάτων, ανοίγοντας δρόμο προς την αυτονομία και τη δημοκρατία.
Το 1975 ο Καστοριάδης εκδίδει το βιβλίο Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, από τα σημαντικώτερα φιλοσοφικά έργα του 20ου αιώνα, που δικαίως χαρακτηρίσθηκε «πνευματικός Μάης του ’68». Πράγματι,  το έργο αυτό εισήγαγε μιαν άλλη αντίληψη για την κοινωνικο-ιστορική πραγματικότητα και απετέλεσε τη βάση για περαιτέρω διερευνήσεις τόσο του ίδιου του δημιουργού του όσο και άλλων στοχαστών. Με την εισαγωγή του ριζικού φαντασιακού, των κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, της δημιουργίας εκ του μηδενός και άλλων νέων εννοιών ανέτρεψε κεκτημένες αντιλήψεις. Πρότεινε μία νέα θεωρία για την ιστορία, την κοινωνία και την καταγωγή των θεσμών. Οι νόμοι, οι θεσμοί, οι αξίες δεν καθορίζονται από αντικειμενικούς παράγοντες, οικονομικούς ή βιολογικούς νόμους, αλλά είναι αποτέλεσμα της ίδιας της κοινωνίας και της δημιουργικότητας των ανθρώπων, του φαντασιακού τους. κάθε κοινωνία δημιουργεί η ίδια τον εαυτό της, αυτοθεσμίζεται. Κατ’ ανάλογο τρόπο η ιστορία δεν είναι αποτέλεσμα νομοτελειών, κάποιων αδήριτων «νόμων της ιστορίας», ούτε έργο του θεού ή της «φύσεως», αλλά γνήσια ανθρώπινη δημιουργία.
Στο πλαίσιο αυτό ο Καστοριάδης ασκεί κριτική σε όλη την κληρονομημένη σκέψη, επισημαίνοντας τα κύρια αρνητικά χαρακτηριστικά της: τη συγκάλυψη του φαντασιακού και της ανθρώπινης συλλογικής δημιουργικότητας. Η κριτική του όμως δεν στρέφεται μόνο κατά των παραδοσιακών φιλοσοφικών και θεωρητικών αντιλήψεων, αλλά επίσης κατά του καπιταλιστικού συστήματος και της πολιτικής του έκφρασης, του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος, αναδεικνύοντας τα όριά του και τις ψευδαισθήσεις του. Στρέφεται επίσης κατά του μαρξισμού και των γραφειοκρατικών και κομματικών του στρεβλώσεων, κατά των ανελεύθερων κομμουνιστικών καθεστώτων. Ασκεί επίσης κριτική στη σοσιαλδημοκρατία, η οποία στο δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα έγινε το όχημα του νεοφιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης.
Η αντίληψη αυτή εμπεριέχει την πρόταση για μια άλλη θέσμιση της κοινωνίας, για μιάν άλλη κοινωνία αυτόνομη, δημοκρατική, η οποία δεν έχει σχέση με τη σημερινή, αλλά ούτε με τη λεγόμενη σοσιαλιστική ή κομμουνιστική που ονειρεύθηκαν ο Μαρξ και οι μαρξιστές. Η αυτόνομη κοινωνία στηρίζεται στην άμεση δημοκρατία, δηλαδή στον αυτοκαθορισμό, στον αυτοπροσδιορισμό και στην αυτοκυβέρνηση των ανθρώπων, αποτελεί δε την ενσάρκωση του προτάγματος της αυτονομίας. Ο Καστοριάδης εμπνέεται στο σημείο αυτό από την πρώτη έκφραση αυτού του προτάγματος, την αθηναϊκή δημοκρατία του 5ου π.Χ. αιώνα, στην οποία όλοι οι ελεύθεροι πολίτες ελάμβαναν όλες τις σημαντικές αποφάσεις, θέσπιζαν τους νόμους, ασκούσαν την εξουσία σε όλες τις μορφές της, άμεσα χωρίς αντιπροσώπους.
Η δεύτερη ανάδυση του προτάγματος της αυτονομίας έγινε στη Δύση, με την Αναγέννηση, τον Διαφωτισμό και τις επαναστάσεις του 17ου και του 18ου αιώνα κατά της μοναρχίας, της φεουδαρχίας και της εκκλησιαστικής εξουσίας, που ανέδειξαν νέες ιδέες και αντιλήψεις, νέες μορφές κοινωνικής και πολιτικής συνύπαρξης βασισμένες στις ατομικές ελευθερίες, στα ανθρώπινα δικαιώματα και στη συμμετοχή των ανθρώπων στα πολιτικά τεκταινόμενα. Αλλά και στον 19ο και 20ο αιώνα υπήρξαν κινήματα εργατικά, πολιτικά και κοινωνικά που έθεσαν, από τη δική τους πλευρά, το απελευθερωτικό πρόταγμα στη βάση της αυτοοργάνωσης και του αυτοκαθορισμού, δημιουργώντας νέες μορφές πολιτικής έκφρασης και δράσης: τις δημοκρατικές συνελεύσεις και τα συμβούλια.    
Επομένως, το πρόταγμα της αυτονομίας είναι ασυμβίβαστο με τις ιδεολογίες και τις πρακτικές αφ’ ενός του κοινοβουλευτισμού και της αντιπροσώπευσης, αφ’ ετέρου του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Ο Καστοριάδης ανέδειξε τις πτυχές του προτάγματος, και το υπερασπίσθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, τονίζοντας πως η δημοκρατική κοινωνία δεν είναι ουτοπία.  Είναι εφικτή, διότι αυτή υπήρξε ιστορική δημιουργία και ταυτοχρόνως ιστορικό κοινωνικό πρόταγμα στους μετέπειτα χρόνους. Η επιτευξή της εξαρτάται από τη θέληση, τη φαντασία και τη δράση των ανθρώπων. Τίποτε δεν αποκλείει ότι μπορεί αυτή να ξαναϋπάρξει, αφού η ιστορία είναι φαντασιακή δημιουργία.
Oι απόψεις αυτές κομίζουν και μιαν άλλη αντίληψη για την πολιτική, εντελώς διαφορετική από την επικρατούσα. Η τελευταία εγκλωβίζει τον άνθρωπο σε κομματικές εξαρτήσεις, τον υποδουλώνει στις ψευδαισθήσεις της αντιπροσώπευσης, φιλελεύθερης ή αριστερής, και τον κρατάει δέσμιο ετερόνομων και αλλοτριωτικών αντιλήψεων καθιστώντας τον ψηφοφόρο και οπαδό, ιδιώτη και ατομιστή. Η πολιτική αλλοτρίωση συνεπάγεται την κοινωνική αλλοτρίωση: άτομα  καθημαγμένα από την τηλεθέαση, την κατανάλωση, τη γκρίζα καθημερινότητα, την αγωνία του βιοπορισμού και τις θρησκευτικές εξαρτήσεις, παθητικά και αδιάφορα σε αυτά που συμβαίνουν, παραδομένα στην ασημαντότητα και τον κομφορμισμό.
Ο Καστοριάδης είχε διαγνώσει την πολύπλευρη κρίση των δυτικών κοινωνιών ήδη από τη δεκαετία του ’60 και επανήλθε σε αυτό το θέμα πολλές φορές. Οι διαγνώσεις του δυστυχώς επαληθεύτηκαν. Κατά  συνέπεια το έργο του είναι επίκαιρο όσο ποτέ, απαραίτητο για στοχασμό και προσανατολισμό στον σημερινό αλλοτριωτικό και δύσκολο κόσμο.  Είναι απαραίτητο διότι μπορεί να προσφέρει μία άλλη αντίληψη για τον ανθρωπο και την πολιτική, με σκοπό την έξοδο από την  ατομική και τη γενική θεσμισμένη ετερονομία, στην προοπτική μιας δημοκρατικής αυτόνομης κοινωνίας.
---------------------------------------------------------
*Ο τίτλος είναι της εφημερίδας